Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΠΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ανησυχητικές προβλέψεις για τον καρκίνο: Αύξηση 67% στα νέα περιστατικά έως το 2050

Ανησυχητικές προβλέψεις για τον καρκίνο: Αύξηση 67% στα νέα περιστατικά έως το 2050
medlabnews.gr iatrikanea

Ο καρκίνος παραμένει μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τα συστήματα δημόσιας υγείας σε παγκόσμιο επίπεδο. Σύμφωνα με νεότερα δεδομένα της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας (American Cancer Society – ACS) και του Διεθνούς Οργανισμού Έρευνας για τον Καρκίνο (International Agency for Research on Cancer – IARC), το φορτίο της νόσου συνεχίζει να αυξάνεται με ιδιαίτερα ανησυχητικούς ρυθμούς (Πηγή: American Cancer Society και International Agency for Research on Cancer, «Global Cancer Statistics, 2026», με εκτιμήσεις του GLOBOCAN για το 2024).

Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής και Παθολόγος της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ στο Νοσοκομείο «Αλεξάνδρα», Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η βιολόγος Αλεξάνδρα Σταυροπούλου και ο Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής της Θεραπευτικής Κλινικής και πρώην Πρύτανης του ΕΚΠΑ, Θάνος Δημόπουλος, επισημαίνουν ότι, βάσει της έκθεσης «Global Cancer Statistics, 2026», περίπου 21 εκατομμύρια άνθρωποι διαγνώστηκαν με κάποια μορφή καρκίνου παγκοσμίως το 2024, ενώ οι θάνατοι από τη νόσο ανήλθαν σε 9,8 εκατομμύρια. Οι εκτιμήσεις των ερευνητών δείχνουν ότι σχεδόν ένας στους πέντε ανθρώπους θα εμφανίσει καρκίνο κάποια στιγμή στη ζωή του.

Παράλληλα, υπολογίζεται ότι ένας στους εννέα άνδρες και μία στις δεκατρείς γυναίκες θα καταλήξουν εξαιτίας της νόσου. Τα δεδομένα αυτά αναδεικνύουν τόσο το μέγεθος του προβλήματος όσο και την ανάγκη ενίσχυσης των δράσεων πρόληψης, της έγκαιρης διάγνωσης και της ισότιμης πρόσβασης σε αποτελεσματικές θεραπευτικές επιλογές.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλούν οι προβλέψεις για τα επόμενα χρόνια. Οι νέες διαγνώσεις καρκίνου εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στα 34 εκατομμύρια έως το 2050, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 67% σε σύγκριση με το 2024.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη αποδίδεται αποκλειστικά στη γήρανση του πληθυσμού και στη δημογραφική του αύξηση. Ωστόσο, η πραγματική επιβάρυνση ενδέχεται να αποδειχθεί ακόμη μεγαλύτερη, εφόσον δεν περιοριστούν βασικοί παράγοντες κινδύνου, όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η παχυσαρκία, η σωματική αδράνεια και ορισμένες λοιμώξεις που σχετίζονται με την ανάπτυξη καρκίνου. Η έκθεση στηρίζεται στα στοιχεία του GLOBOCAN, της διεθνούς βάσης δεδομένων του IARC, η οποία καταγράφει τη συχνότητα εμφάνισης και τη θνησιμότητα 34 διαφορετικών μορφών καρκίνου σε 186 χώρες.

Ο καρκίνος του πνεύμονα εξακολουθεί να καταλαμβάνει την πρώτη θέση διεθνώς τόσο σε νέες διαγνώσεις όσο και σε θανάτους. Το 2024 καταγράφηκαν περίπου 2,6 εκατομμύρια νέα περιστατικά, που αντιστοιχούν στο 13% του συνόλου των καρκίνων. Την ίδια περίοδο, περίπου 1,9 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τη νόσο, ποσοστό που αντιπροσωπεύει σχεδόν το 19% των θανάτων από καρκίνο. Το κάπνισμα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα κινδύνου, γεγονός που υπογραμμίζει την αξία των παρεμβάσεων διακοπής καπνίσματος και της προστασίας από το παθητικό κάπνισμα.

Ο καρκίνος του μαστού κατέλαβε τη δεύτερη θέση παγκοσμίως, με περίπου 2,4 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις και 694.000 θανάτους. Παραμένει η συχνότερα διαγνωσμένη μορφή καρκίνου στις γυναίκες και η κυριότερη αιτία θανάτου από καρκίνο στον γυναικείο πληθυσμό.

Η επιβίωση των ασθενών δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον τύπο ή το στάδιο της νόσου. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης η χώρα διαμονής και η δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες πρόληψης, διαγνωστικού ελέγχου και κατάλληλης θεραπευτικής αντιμετώπισης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο καρκίνος του μαστού. Παρότι η συχνότητα εμφάνισής του στη Δυτική Αφρική είναι περίπου η μισή σε σχέση με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, οι γυναίκες της περιοχής έχουν σχεδόν διπλάσια πιθανότητα να καταλήξουν από τη νόσο.

Η ανισότητα αυτή αποδίδεται κυρίως στην καθυστερημένη διάγνωση και στη μειωμένη πρόσβαση σε εξειδικευμένες θεραπευτικές υπηρεσίες. Αντίστοιχες διαφοροποιήσεις καταγράφονται και σε άλλες μορφές καρκίνου, ιδιαίτερα σε χώρες με χαμηλότερο επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου αναδείχθηκε ως η τρίτη συχνότερη μορφή καρκίνου παγκοσμίως και η δεύτερη σημαντικότερη αιτία θανάτου από τη νόσο. Το 2024 καταγράφηκαν περισσότερα από δύο εκατομμύρια νέα περιστατικά και περίπου 918.000 θάνατοι.

Ο καρκίνος του ήπατος συνδέθηκε με περίπου 732.000 θανάτους, ενώ ο καρκίνος του στομάχου αντιστοιχούσε σε σχεδόν 980.000 νέες διαγνώσεις και 642.000 θανάτους. Τα υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης καρκίνου του στομάχου καταγράφηκαν στην Ανατολική Ασία.

Στους άνδρες, ο καρκίνος του προστάτη ήταν ο δεύτερος συχνότερα διαγνωσμένος καρκίνος, με περίπου 1,5 εκατομμύριο νέα περιστατικά και 420.000 θανάτους. Τα υψηλότερα ποσοστά θνησιμότητας παρατηρήθηκαν στην Καραϊβική και την υποσαχάρια Αφρική.

Ανησυχία προκαλεί επίσης ο καρκίνος του παγκρέατος. Παρότι κατατάσσεται μόλις στην ενδέκατη θέση ως προς τη συχνότητα εμφάνισης, αποτελεί την έκτη συχνότερη αιτία θανάτου από καρκίνο, με περίπου 491.000 θανάτους παγκοσμίως.

Η έκθεση τονίζει ότι σχεδόν το ήμισυ των θανάτων από καρκίνο συνδέεται με παράγοντες κινδύνου που μπορούν να τροποποιηθούν. Παράλληλα, σημαντικός αριθμός θανάτων θα μπορούσε να αποφευχθεί μέσω της έγκαιρης διάγνωσης και της κατάλληλης θεραπευτικής παρέμβασης.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας. Η νόσος μπορεί σε μεγάλο βαθμό να προληφθεί μέσω του εμβολιασμού κατά του HPV και της συστηματικής συμμετοχής σε προγράμματα προληπτικού ελέγχου. Παρόλα αυτά, εξακολουθεί να αποτελεί την κυριότερη αιτία θανάτου από καρκίνο στις γυναίκες σε 26 χώρες, κυρίως στην υποσαχάρια Αφρική και σε περιοχές της Νότιας και Κεντρικής Αμερικής.

Κάθε χώρα καλείται να αντιμετωπίσει διαφορετικές προκλήσεις και να αναπτύξει στρατηγικές προσαρμοσμένες στις ανάγκες του πληθυσμού της. Ωστόσο, η πρόληψη οφείλει να αποτελεί τον βασικό πυλώνα κάθε εθνικού σχεδίου για τον καρκίνο. Η αποχή από το κάπνισμα, ο περιορισμός ή η αποφυγή της κατανάλωσης αλκοόλ, η διατήρηση φυσιολογικού σωματικού βάρους, η τακτική σωματική άσκηση και η προστασία από λοιμώξεις που σχετίζονται με την ανάπτυξη καρκίνου μπορούν να μειώσουν ουσιαστικά τον κίνδυνο εμφάνισης της νόσου. Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμμετοχή στα κατάλληλα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου, με βάση την ηλικία, το φύλο, το οικογενειακό ιστορικό και τις οδηγίες των επαγγελματιών υγείας.

Καύσωνας: Ο Πρύτανης του ΕΚΠΑ, Καθ. Καρδιολογίας Γεράσιμος Σιάσος δίνει συμβουλές για καρδιοπαθείς (video).

Καύσωνας: Ο Πρύτανης του ΕΚΠΑ, Καθ. Καρδιολογίας Γεράσιμος Σιάσος δίνει συμβουλές για καρδιοπαθείς (video)
medlabnews.gr iatrikanea

O Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών καθηγητής Γεράσιμος Σιάσος ήταν προσκεκλημμένος στο κεντρικό δελτίο του τηλεοπτικού σταθμού Alpha με τη δημοσιογράφο Μαρία Νικόλτσιου όπου αναφέρθηκε στην θερμική καταπόνηση και τα μέτρα πρόληψης ιδιώς για τις ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού.

Ενόψει του νέου κύματος καύσωνα ο κ. Σιάσος εξήγησε ποιες πληθυσμιακές ομάδες οφείλουν να είναι προσεκτικές και τα μέτρα που πρέπει να λάβουν.

Δείτε το βίντεο εδώ:

Η κλιματική αλλαγή έχει εντείνει τα ακραία φαινόμενα ζέστης, όπως επισήμανε ο Πρύτανης και το ΕΚΠΑ έχει ήδη εκδώσει σχετικές αναλυτικές οδηγίες.

Επείγουσα Ανακοίνωση της Επιτροπής Διαχείρισης Κινδύνων και Κρίσεων του ΕΚΠΑ για τον επερχόμενο καύσωνα

Τα τελευταία χρόνια, η κλιματική αλλαγή έχει εντείνει τα φαινόμενα ακραίας ζέστης, με δύο χαρακτηριστικές εκφάνσεις να ξεχωρίζουν: τον παρατεταμένο καύσωνα με ασυνήθιστα υψηλές θερμοκρασίες και το φαινόμενο του θερμικού θόλου (heat dome) κατά την οποία σταθερά υψηλές πιέσεις παγιδεύουν θερμό αέρα στην κατώτερη ατμόσφαιρα, δημιουργώντας ένα «θόλο» που αποτρέπει την ψύξη και εντείνει τη ζέστη.

Αυτές οι καταστάσεις όχι μόνο αυξάνουν τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος σε κρίσιμο βαθμό, αλλά και διατηρούν τη θερμική καταπόνηση για ημέρες ή και εβδομάδες, με σημαντικές συνέπειες για τη δημόσια υγεία σε παγκόσμιο επίπεδο. Η συνεχής έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες προκαλεί πολυσυστηματικές διαταραχές, αυξάνοντας τη νοσηρότητα και θνησιμότητα, ιδιαίτερα μεταξύ των ευπαθών πληθυσμών.

Παθοφυσιολογία

Όταν ο ανθρώπινος οργανισμός εκτίθεται για μεγάλο χρονικό διάστημα σε ακραία θερμικά φορτία, οι φυσιολογικοί μηχανισμοί διατήρησης της ισορροπίας (ομοιόστασης) αρχίζουν να δυσλειτουργούν ή ανεπαρκούν. Οι βασικές διαταραχές περιλαμβάνουν.

• Ανεπαρκή αποβολή – διασπορά θερμότητας:Όταν ο οργανισμός αδυνατεί να αποβάλλει αποτελεσματικά τη θερμότητα — λόγω μειωμένης εφίδρωσης ή αγγειοδιαστολής — η θερμοκρασία του σώματος αυξάνεται επικίνδυνα, οδηγώντας σε υπερθερμία.

• Διαταραχές ηλεκτρολυτών:Η αφυδάτωση από την αυξημένη απώλεια υγρών διαταράσσει τις συγκεντρώσεις βασικών ηλεκτρολυτών, όπως το νάτριο, το κάλιο και το ασβέστιο. Αυτή η ανισορροπία επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία της καρδιάς και των μυών και συνολικά τη νευρομυϊκή λειτουργία.

• Οξειδωτικό στρες και φλεγμονώδης αντίδραση:Η υπερθερμία προκαλεί κυτταρική βλάβη, ενεργοποίηση φλεγμονωδών μηχανισμών και απελευθέρωση προφλεγμονωδών κυτταροκινών (π.χ. IL-6, TNF-α) με εικόνα συστηματικής φλεγμονής .

• Μειωμένη αιμάτωση ζωτικών οργάνων:Η καταπόνηση από τη ζέστη μπορεί να προκαλέσει πτώση της αρτηριακής πίεσης, κατακράτηση υγρών και μικροκυκλοφορικές διαταραχές. Έτσι, περιορίζεται η παροχή οξυγόνου σε ευαίσθητα όργανα όπως ο εγκέφαλος, η καρδιά και οι νεφροί, οδηγώντας σε ισχαιμικές βλάβες.

Κλινικές Εκδηλώσεις


Η θερμική καταπόνηση μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα με την ένταση, τη διάρκεια της έκθεσης και την ευαλωτότητα του ατόμου. Από ήπιες ενοχλήσεις έως απειλητικές για τη ζωή καταστάσεις, οι κλινικές εικόνες περιλαμβάνουν:

• Θερμική εξάντληση:Πρόκειται για μια πρώιμη και συχνή εκδήλωση, που χαρακτηρίζεται από έντονη κόπωση, ζάλη, ταχυκαρδία, μυϊκές κράμπες, αυξημένη εφίδρωση. Το άτομο εμφανίζει γενική αδυναμία και συχνά αίσθημα λιποθυμίας.

• Θερμοπληξία: Η πιο σοβαρή μορφή θερμικής καταπόνησης. Αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση έκτακτης ανάγκης και εκδηλώνεται με υψηλό πυρετό (συνήθως άνω των 40°C), νευρολογικές διαταραχές όπως σύγχυση, λήθαργο ή σπασμούς, ενώ χαρακτηριστικό είναι η απουσία εφίδρωσης. Εάν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα, μπορεί να εξελιχθεί σε πολυοργανική ανεπάρκεια.

• Επιδείνωση χρόνιων νοσημάτων: Τα καρδιαγγειακά επεισόδια (όπως οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου), οι αναπνευστικές κρίσεις (άσθμα, ΧΑΠ), αλλά και η νεφρική δυσλειτουργία, επιδεινώνονται σημαντικά υπό συνθήκες αφυδάτωσης και ηλεκτρολυτικών διαταραχών.

• Ηπατική και νευρολογική βλάβη: Σε βαριές περιπτώσεις, η υπερθερμία μπορεί να οδηγήσει σε ιστική νέκρωση του ήπατος και σε σοβαρή εγκεφαλική δυσλειτουργία (εγκεφαλοπάθεια), με απώλεια συνείδησης ή ακόμη και κώμα.

Ευπαθείς Πληθυσμιακές Ομάδες

Ορισμένες κατηγορίες του πληθυσμού είναι ιδιαίτερα ευάλωτες στις επιπτώσεις της θερμικής καταπόνησης, είτε λόγω φυσιολογικών περιορισμών είτε λόγω παθολογικών καταστάσεων που μειώνουν την ικανότητα του οργανισμού να προσαρμοστεί στη ζέστη. Τέτοιες πληθυσμιακές ομάδες είναι:

• Ηλικιωμένοι: Διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο, καθώς παρουσιάζουν μειωμένη ικανότητα θερμορύθμισης, συχνά πάσχουν από χρόνιες παθήσεις, ενώ είναι πιθανό να έχουν περιορισμένη πρόσληψη υγρών και μειωμένη αίσθηση δίψας.

• Βρέφη και νήπια: Οι μηχανισμοί ρύθμισης της θερμοκρασίας του σώματός τους δεν έχουν ακόμη αναπτυχθεί πλήρως, γεγονός που τα καθιστά ιδιαιτέρως ευάλωτα σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας.

• Άτομα με χρόνια νοσήματα: Καρδιοπαθείς, νεφροπαθείς, ασθενείς με χρόνια αναπνευστικά ή νευρολογικά προβλήματα είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν επιπλοκές, καθώς η θερμική καταπόνηση αποσταθεροποιεί την ήδη εύθραυστη ομοιόστασή τους.

• Άτομα με ψυχιατρικα νοσήματα: Εκτός από τις δυσκολίες στην αντίληψη του κινδύνου ή στην αυτοφροντίδα, πολλά από τα φαρμακευτικά σχήματα που λαμβάνουν (όπως αντιψυχωσικά) επηρεάζουν τη θερμορύθμιση του σώματος.

• Εργαζόμενοι σε εξωτερικούς χώρους και αθλητές: Η αυξημένη σωματική δραστηριότητα με αυξημένη μεταβολική παραγωγή θερμότητας σε συνδυασμό με την έκθεση στον ήλιο και τις υψηλές θερμοκρασίες αυξάνει σημαντικά τη θερμική επιβάρυνση, με αποτέλεσμα τον υψηλότερο κίνδυνο αφυδάτωσης και θερμικής εξάντλησης.

Πρόληψη και Αντιμετώπιση

Η πρόληψη της θερμικής καταπόνησης ξεκινά με την έγκαιρη αναγνώριση των κινδύνων και την υιοθέτηση πρακτικών μέτρων που προστατεύουν την υγεία, ιδιαίτερα σε περιόδους υψηλού θερμικού φορτίου. Η έγκαιρη παρέμβαση σώζει ζωές και μειώνει σημαντικά τις επιπλοκές.

• Επαρκής Ενυδάτωση: Η συστηματική πρόσληψη υγρών — ακόμη και χωρίς αίσθημα δίψας — αποτελεί βασικό προληπτικό μέτρο. Καλό είναι να αποφεύγονται τα αλκοολούχα και τα καφεϊνούχα ποτά, που έχουν διουρητική δράση και εντείνουν την αφυδάτωση.

• Προσαρμογή περιβαλλοντικών συνθηκών: Η παραμονή σε σκιερά ή κλιματιζόμενα σημεία, η αποφυγή δραστηριοτήτων κατά τις θερμότερες ώρες της ημέρας, και η χρήση δροσερού, ανοιχτόχρωμου ρουχισμού συμβάλλουν ουσιαστικά στην αποφόρτιση του οργανισμού από τη ζέστη.

• Ιατρική παρακολούθηση: Ευπαθείς ομάδες θα πρέπει να παρακολουθούνται συστηματικά, ιδιαίτερα τις ημέρες καύσωνα. Η άμεση αναγνώριση συμπτωμάτων όπως κόπωση, ζάλη ή σύγχυση επιτρέπει την έγκαιρη παρέμβαση πριν την επιδείνωση της κατάστασης και την εμφάνιση συμπτωμάτων θερμικής εξάντλησης ή θερμοπληξίας

• Αντιμετώπιση της Θερμοπληξίας: Η θερμοπληξία είναι μια επείγουσα κατάσταση που απαιτεί άμεση δράση. Προτεραιότητα έχει η ταχεία μείωση της θερμοκρασίας σώματος μέσω φυσικών μεθόδων ψύξης (ψυχρά επιθέματα, εμβάπτιση σε δροσερό νερό, χρήση ανεμιστήρων). Παράλληλα, είναι απαραίτητη η ενυδάτωση με ισοτονικά υγρά και η διόρθωση των ηλεκτρολυτικών διαταραχών. Αν χρειαστεί, εφαρμόζεται υποστήριξη των ζωτικών λειτουργιών σε νοσοκομειακό περιβάλλον.

Συμπέρασμα

Η αυξανόμενη συχνότητα και διάρκεια των καυσώνων, καθώς και των φαινομένων θερμικού θόλου, αποτελούν πλέον ένα κρίσιμο ζήτημα δημόσιας υγείας. Η βαθύτερη κατανόηση της παθοφυσιολογίας και της κλινικής εικόνας της θερμικής καταπόνησης είναι απαραίτητη, όχι μόνο για την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των περιστατικών, αλλά και για την πρόληψη σοβαρών επιπλοκών σε ευάλωτους πληθυσμούς.

Η λήψη προληπτικών μέτρων και η έγκαιρη ιατρική παρέμβαση αποτελούν βασικούς πυλώνες στη μείωση των συνεπειών αυτών των φαινομένων.

Η Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών απευθύνει έκκληση προς όλους τους επαγγελματίες υγείας, τους κρατικούς φορείς και την ευρύτερη κοινωνία να ενισχύσουν την ενημέρωση, την εκπαίδευση και τη διατομεακή συνεργασία. Μόνο μέσα από συντονισμένες και ολιστικές δράσεις μπορούμε να διασφαλίσουμε την προστασία της δημόσιας υγείας απέναντι σε μια πραγματικότητα που εξελίσσεται με αυξανόμενη ένταση.

Νέος Πρόεδρος της Συνόδου Πρυτάνεων ο Γεράσιμος Σιάσος

Νέος Πρόεδρος της Συνόδου Πρυτάνεων ο Γεράσιμος Σιάσος
medlabnews.gr iatrikanea

Ο Πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Καθηγητής Γεράσιμος Σιάσος είναι ο νέος Πρόεδρος της Συνόδου Πρυτάνεων των Ελληνικών Δημόσιων Πανεπιστημίων σύμφωνα με απόφαση της ολομέλειας της Συνόδου Πρυτάνεων που πραγματοποιήθηκε στη Σάμο στις 2-3/07/2026.

Ο νέος Πρόεδρος της Συνόδου είναι ο νεότερος Πρύτανης που έχει εκλεγεί στη Σύνοδο Πρυτάνεων και βρίσκεται στο τιμόνι του μεγαλύτερου Πανεπιστημίου της Ελλάδας από τον Σεπτέμβριο του 2023. Κατά τη διάρκεια της θητείας του το Πανεπιστήμιο Αθηνών έχει επιτύχει σημαντικές συνεργασίες με κορυφαία Πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής ενώ έχει καταγράψει σημαντική άνοδο σε όλες τις διεθνείς λίστες αξιολόγησης Πανεπιστημίων και βρίσκεται πλέον μεταξύ των 200 καλύτερων Πανεπιστημίων του κόσμου. Ιστορικό βήμα αποτελεί η ίδρυση του Παραρτήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Κύπρο, του πρώτου Παραρτήματος Ελληνικού Δημόσιου Πανεπιστημίου εκτός Ελλάδας.

Ποιος είναι ο Γεράσιμος Σιάσος

Ο Γεράσιμος Σιάσος είναι Καθηγητής Καρδιολογίας και είναι ο νεότερος εκλεγμένος Πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει διατελέσει Επισκέπτης Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard (2015-2016), Πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής Αθηνών (2021-2023), Αναπληρωτής Πρόεδρος της Ιατρικής Σχολής Αθηνών (2019-2021) και Πρόεδρος των Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων «Αρεταίειο» και «Αιγινήτειο» (2019-2021).

Σπούδασε και εξελέγη ομόφωνα σε όλες τις ακαδημαϊκές βαθμίδες στην Ιατρική Σχολή Αθηνών. Εργάστηκε στην A’ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική (Ιπποκράτειο Νοσοκομείο) και διετέλεσε Υπεύθυνος της Μονάδας Αθηροσκλήρωσης και της Μονάδας Βιοχημικής, Ανοσολογικής και Μοριακής Βιολογίας στην ίδια κλινική. Πρωτοστάτησε στην εγκατάσταση και λειτουργία της Γ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής στο Νοσοκομείο «Η ΣΩΤΗΡΙΑ», όπου υπηρετεί ως Διευθυντής της Κλινικής. Είναι ο ιδρυτής και πρώτος Πρόεδρος της Ομάδας Εργασίας «Καρδιά και Διαβήτης» της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας και Υπεύθυνος του Ειδικού Ιατρείου «Καρδιά και Διαβήτης» για την παρακολούθηση ασθενών, οι οποίοι πάσχουν από καρδιολογικό νόσημα και σακχαρώδη διαβήτη. Συμμετείχε στο σχεδιασμό του εθνικού προγράμματος πρόληψης καρδιαγγειακής νόσου ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ.

Είναι συγγραφέας σε πάνω από 500 δημοσιεύσεις σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά υψηλού κύρους με συνολικό δείκτη απήχησης Impact Factor > 3.000 και περισσότερες από 30.000 αναφορές (citations) στην διεθνή βιβλιογραφία (h-index 72). Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει την επιμέλεια και σύνταξη 20 βιβλίων και συγγραμμάτων Καρδιολογίας. Έχει λάβει σημαντικές τιμητικές διακρίσεις και βραβεία για το επιστημονικό και κοινωνικό του έργο.

Συμμαχία HACRO και ΕΚΠΑ για την εκπαίδευση της επόμενης γενιάς επαγγελματιών της κλινικής έρευνας

Συμμαχία HACRO και ΕΚΠΑ για την εκπαίδευση της επόμενης γενιάς επαγγελματιών της κλινικής έρευνας
medlabnews.gr iatrikanea

Στην υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας (Memorandum of Understanding – MoU) προχώρησαν ο Σύλλογος Επιχειρήσεων Διεξαγωγής Κλινικών Μελετών Ελλάδας (HACRO) και το Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Κλινικές Μελέτες: Σχεδιασμός και Εκτέλεση» της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), θέτοντας τις βάσεις για μια στρατηγική συνεργασία που αποσκοπεί στη γεφύρωση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης με τις σύγχρονες απαιτήσεις της κλινικής έρευνας στην Ελλάδα.

Η συνεργασία αποσκοπεί στην ανάπτυξη κοινών εκπαιδευτικών και επιστημονικών πρωτοβουλιών που θα ενισχύσουν τις γνώσεις, τις δεξιότητες και τις επαγγελματικές προοπτικές των φοιτητών του Προγράμματος, ενώ παράλληλα θα συμβάλουν στην περαιτέρω ενδυνάμωση του οικοσυστήματος της κλινικής έρευνας στη χώρα.

Στο πλαίσιο του Μνημονίου προβλέπεται, μεταξύ άλλων:
η συμμετοχή στελεχών των εταιρειών-μελών του HACRO στο εκπαιδευτικό έργο του ΠΜΣ μέσω διαλέξεων, σεμιναρίων και εργαστηρίων,
η ανάπτυξη προγραμμάτων πρακτικής άσκησης (internships), mentoring και επαγγελματικής δικτύωσης για τους φοιτητές,
η συνδιοργάνωση επιστημονικών και εκπαιδευτικών εκδηλώσεων,
η ανταλλαγή τεχνογνωσίας και η προώθηση κοινών πρωτοβουλιών για την ανάπτυξη της κλινικής έρευνας στην Ελλάδα,
η διερεύνηση της θεσμοθέτησης υποτροφιών και άλλων μορφών υποστήριξης των φοιτητών του Προγράμματος.

Ο Διευθυντής του ΠΜΣ, Καθηγητής Αιματολογίας κ. Ευάγγελος Τέρπος, δήλωσε: «Η συνεργασία με τον Σύλλογο HACRO αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για τη διασύνδεση της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης με τις σύγχρονες ανάγκες της κλινικής έρευνας. Μέσα από κοινές δράσεις φιλοδοξούμε να προσφέρουμε στους φοιτητές μας ακόμη περισσότερες ευκαιρίες εκπαίδευσης, επαγγελματικής ανάπτυξης και ουσιαστικής επαφής με τον χώρο της κλινικής έρευνας.»

Από την πλευρά του HACRO, η Πρόεδρος του Συλλόγου, κα Ευαγγελία Κοράκη, δήλωσε: «Ο HACRO υποστηρίζει διαχρονικά πρωτοβουλίες που προάγουν την εκπαίδευση και δημιουργούν ευκαιρίες για τη νέα γενιά επιστημόνων. Μέσα από αυτή τη συνεργασία, φιλοδοξούμε να δώσουμε στους φοιτητές την ευκαιρία να γνωρίσουν το χώρο των κλινικών μελετών, να ανακαλύψουν τις προοπτικές που προσφέρει και, γιατί όχι, να εμπνευστούν ώστε να αποτελέσουν την επόμενη γενιά επαγγελματιών της κλινικής έρευνας της χώρας. Η επένδυση στους ανθρώπους είναι η σημαντικότερη επένδυση για την πρόοδο του χώρου μας και για την περαιτέρω ανάπτυξη της κλινικής έρευνας στην Ελλάδα.»

Το Μνημόνιο Συνεργασίας αποτελεί την αφετηρία μιας διαρκούς συνεργασίας μεταξύ του HACRO και του ΕΚΠΑ, με κοινό όραμα την ενίσχυση της εκπαίδευσης, την καλλιέργεια νέων δεξιοτήτων και τη δημιουργία περισσότερων ευκαιριών για τους νέους επιστήμονες που επιθυμούν να δραστηριοποιηθούν στον δυναμικά αναπτυσσόμενο χώρο της κλινικής έρευνας. Μέσα από τη σύνδεση της ακαδημαϊκής γνώσης με την επαγγελματική εμπειρία, οι δύο φορείς φιλοδοξούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της επόμενης γενιάς στελεχών που θα υποστηρίξουν τη μελλοντική ανάπτυξη της κλινικής έρευνας στην Ελλάδα.

Σκάνδαλο στο ΕΚΠΑ: Φοιτήτρια καταγγέλλει σεξουαλικό εξαναγκασμό από καθηγητή για την πτυχιακή της

 medlabnews.gr

Μια σοβαρή υπόθεση με χαρακτηριστικά #MeToo συγκλονίζει το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μετά από καταγγελία φοιτήτριας για σεξουαλική εκμετάλλευση από επιβλέποντα καθηγητή της, στο πλαίσιο της εκπόνησης της πτυχιακής της εργασίας.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Εφημερίδας των Συντακτών, η υπόθεση αφορά καταγγελία φοιτήτριας, η οποία φέρεται να υποστηρίζει ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από καθηγητή που είχε ρόλο επιβλέποντα στην πτυχιακή της. Το δημοσίευμα αναφέρει επίσης ότι πάνω από 200 φοιτήτριες, φοιτητές, μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί έχουν υπογράψει επώνυμο ψήφισμα υπέρ της φοιτήτριας, ζητώντας μέτρα προστασίας και την απομάκρυνση του καθηγητή από τη Σχολή.

Η υπόθεση αναδεικνύει ξανά ένα κρίσιμο ζήτημα για τα πανεπιστήμια: τη σχέση εξουσίας ανάμεσα σε διδάσκοντες και φοιτητές, ειδικά όταν από τον διδάσκοντα εξαρτάται η πρόοδος, η αξιολόγηση ή η ολοκλήρωση μιας πτυχιακής ή μεταπτυχιακής εργασίας.

Η καταγγελία και το ψήφισμα στήριξης

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, η φοιτήτρια καταγγέλλει σεξουαλική εκμετάλλευση από τον επιβλέποντα καθηγητή της. Το ζήτημα έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην πανεπιστημιακή κοινότητα, με περισσότερα από 200 μέλη της να υπογράφουν επώνυμα ψήφισμα υπέρ της.

Το ψήφισμα, σύμφωνα με την ίδια πηγή, έχει φτάσει και στο γραφείο της υπουργού Παιδείας, με αίτημα την απομάκρυνση του καθηγητή από τη Σχολή για λόγους προστασίας των φοιτητριών και των φοιτητών.

Μέχρι να υπάρξουν επίσημες αποφάσεις από τις αρμόδιες πανεπιστημιακές ή δικαστικές αρχές, ισχύει το τεκμήριο αθωότητας για τον καταγγελλόμενο καθηγητή. Ωστόσο, η καταγγελία πρέπει να διερευνηθεί θεσμικά, άμεσα και με τρόπο που να προστατεύει πλήρως τη φοιτήτρια από δευτερογενή θυματοποίηση.

Γιατί η υπόθεση θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρή

Η βαρύτητα της υπόθεσης δεν αφορά μόνο την καταγγελλόμενη πράξη. Αφορά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο φέρεται να συνέβη: την ακαδημαϊκή εξάρτηση μιας φοιτήτριας από τον καθηγητή που επιβλέπει την πτυχιακή της.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, η σχέση δεν είναι ισότιμη. Ο καθηγητής έχει θεσμική ισχύ, αξιολογική εξουσία και δυνατότητα να επηρεάσει την ακαδημαϊκή πορεία του φοιτητή ή της φοιτήτριας. Αυτό καθιστά κάθε καταγγελία για σεξουαλική πίεση, εκμετάλλευση ή εξαναγκασμό εξαιρετικά σοβαρή.

Ο κώδικας ακαδημαϊκής δεοντολογίας που δημοσιεύεται σε τμήμα του ΕΚΠΑ αναφέρει ρητά ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε μορφή παραβιαστικής συμπεριφοράς στη σωματική επικοινωνία διδάσκοντος προς φοιτητές, καθώς και οποιαδήποτε μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης ή μη συναινετικής προσέγγισης από διδάσκοντα προς φοιτητές.

Το ευρύτερο ζήτημα στα ΑΕΙ

Η σεξουαλική παρενόχληση στην ανώτατη εκπαίδευση δεν είναι μόνο ποινικό ή πειθαρχικό ζήτημα. Είναι και θέμα ασφάλειας, αξιοπρέπειας, ισότητας και εμπιστοσύνης στους θεσμούς.

Έρευνες για την παρενόχληση στην ακαδημαϊκή κοινότητα έχουν δείξει ότι συχνά τα θύματα διστάζουν να καταγγείλουν περιστατικά, επειδή φοβούνται ότι δεν θα γίνουν πιστευτά, ότι θα στιγματιστούν ή ότι θα υπάρξουν συνέπειες στην ακαδημαϊκή τους πορεία. Μελέτη για εμπειρίες σεξουαλικής παρενόχλησης στην ανώτατη εκπαίδευση κατέγραψε ως κρίσιμο στοιχείο τη διαφορά ισχύος ανάμεσα σε καθηγητές και φοιτητές και τις επιπτώσεις που έχει η κατάχρηση αυτής της ισχύος στους φοιτητές.

Η Επιτροπή Ισότητας των Φύλων του ΕΚΠΑ αποτελεί θεσμικό όργανο του Πανεπιστημίου και, σύμφωνα με την επίσημη περιγραφή της, είναι εννεαμελής και περιλαμβάνει μέλη ΔΕΠ, διοικητικό υπάλληλο και φοιτητή. Η ύπαρξη τέτοιων θεσμών έχει νόημα μόνο όταν οι καταγγελίες εξετάζονται με διαφάνεια, ταχύτητα και προστασία των καταγγελλόντων.

Τι πρέπει να διασφαλιστεί

Σε τέτοιες υποθέσεις, οι βασικές θεσμικές εγγυήσεις είναι:

  • προστασία της ταυτότητας και της αξιοπρέπειας της φοιτήτριας,
  • πλήρης και ανεξάρτητη διερεύνηση της καταγγελίας,
  • αποφυγή επαφής ή εξάρτησης της καταγγέλλουσας από τον καταγγελλόμενο,
  • σεβασμός στο τεκμήριο αθωότητας,
  • άμεση ενεργοποίηση των πειθαρχικών και θεσμικών διαδικασιών,
  • ενημέρωση της πανεπιστημιακής κοινότητας χωρίς διαρροή προσωπικών δεδομένων.

Η υπόθεση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως «εσωτερικό πρόβλημα» μιας σχολής. Όταν μια φοιτήτρια καταγγέλλει ότι η ακαδημαϊκή της πρόοδος συνδέθηκε με σεξουαλική εκμετάλλευση, το ζήτημα αφορά ολόκληρη την πανεπιστημιακή κοινότητα.

Το κρίσιμο ερώτημα

Το ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο τι ακριβώς συνέβη, κάτι που οφείλουν να διερευνήσουν οι αρμόδιες αρχές. Το ερώτημα είναι αν τα πανεπιστήμια διαθέτουν πραγματικούς μηχανισμούς προστασίας των φοιτητών όταν η απειλή δεν βρίσκεται έξω από το ίδρυμα, αλλά μέσα στη σχέση διδάσκοντα και φοιτητή.

Η υπόθεση του ΕΚΠΑ δείχνει ότι το #MeToo στα πανεπιστήμια δεν έχει τελειώσει. Αντίθετα, απαιτεί θεσμική συνέχεια, σαφείς διαδικασίες, προστασία των θυμάτων και μηδενική ανοχή στην κατάχρηση εξουσίας.

UNI-PHARMA: Δωρεά 106 απινιδωτών εις μνήμην της καθηγήτριας Φαρμακολογίας Ιωάννας Ανδρεάδου

UNI-PHARMA: Δωρεά 106 απινιδωτών εις μνήμην της καθηγήτριας Φαρμακολογίας Ιωάννας Ανδρεάδου
medlabnews.gr iatrikanea

Μια δωρεά με ισχυρό κοινωνικό και συμβολικό αποτύπωμα, αφιερωμένη στη μνήμη της Καθηγήτριας Φαρμακολογίας του Τμήματος Φαρμακευτικής του ΕΚΠΑ Ιωάννας Ανδρεάδου που έφυγε αδόκητα από τη ζωή, πραγματοποίησε ο Όμιλος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Τσέτη (ΟΦΕΤ) με πρωτοβουλία της Προέδρου του Ιουλίας Τσέτη, προς το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Η δωρεά αφορά στην προμήθεια 106 αυτόματων εξωτερικών απινιδωτών (AED) και ισάριθμων κιτ πρώτων βοηθειών, τα οποία εγκαθίστανται ήδη σε εγκαταστάσεις των σχολών του ΕΚΠΑ στην Αττική και την Εύβοια, ενισχύοντας ουσιαστικά την ασφάλεια φοιτητών, ακαδημαϊκού προσωπικού και επισκεπτών.

Η ανακοίνωση της δωρεάς από τον Πρύτανη του ΕΚΠΑ Γεράσιμο Σιάσο και την Πρόεδρο του ΟΦΕΤ, Ιουλία Τσέτη, πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο εκδήλωσης μνήμης για την Ιωάννα Ανδρεάδου, την οποία συνδιοργάνωσαν η Πρυτανεία του ΕΚΠΑ και ο Όμιλος Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Τσέτη στη Μεγάλη Αίθουσα του Πανεπιστημίου Αθηνών την Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026.

Στην εκδήλωση παρευρέθηκαν εκπρόσωποι της ακαδημαϊκής κοινότητας, καθηγητές και συνεργάτες που είχαν μακροχρόνια επιστημονική και ερευνητική συνεργασία με την εκλιπούσα καθηγήτρια, επισημαίνοντας το δυσαναπλήρωτο κενό που έχει αφήσει.

Την εκδήλωση άνοιξε ο Πρύτανης του ΕΚΠΑ, Καθηγητής Γεράσιμος Σιάσος, ο οποίος αναφέρθηκε στη σημαντική συμβολή της Ιωάννας Ανδρεάδου στην ανάπτυξη της φαρμακευτικής επιστήμης και στην προσφορά της προς το Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά και τους φοιτητές του.

Ο πρύτανης, ευχαρίστησε την κυρία Ιουλία Τσέτη για τη σπουδαία αυτή προσφορά προς το ΕΚΠΑ, τονίζοντας παράλληλα, πώς «ο αιφνίδιος θάνατος αποτελεί σοβαρή πρόκληση για τα συστήματα υγείας, με τα πρώτα λεπτά να είναι ιδιαίτερα κρίσιμα για την πορεία του ασθενούς».

Η Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος του Ομίλου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Τσέτη, φαρμακοποιός MSc και Επίτιμη Διδάκτορας του Τμήματος Φαρμακευτικής του ΕΚΠΑ και του παν. Πατρών Ιουλία Τσέτη, αναφέρθηκε στην προσωπικότητα και το έργο της καθηγήτριας με ιδιαίτερη συγκίνηση, τονίζοντας μεταξύ άλλων:

«Η σημερινή δωρεά των 110 απινιδωτών προς το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών δεν είναι απλώς μια τυπική δωρεά εξοπλισμού, αλλά αποτελεί μια πράξη μνήμης με ουσία, κι ένας τρόπος να συνεχίσει η Ιωάννα να προσφέρει στην ανθρώπινη ζωή, ακόμη και μέσα από την απουσία της.

Από πολύ νεαρή ηλικία, η Ιωάννα έδειξε τη βαθιά της αγάπη για τη γνώση, την έρευνα και τη δημιουργία. Με ανήσυχο πνεύμα, επιστημονική περιέργεια και ιδιαίτερη αγάπη για τη χημεία ήδη από τα παιδικά της χρόνια, ακολούθησε τον δρόμο της Φαρμακευτικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου ξεχώρισε για την αφοσίωση, την εργατικότητα και το ήθος της.

Με επιστημονική τόλμη και διεθνές αποτύπωμα, υπηρέτησε τον τομέα της Φαρμακολογίας με τρόπο που ξεπερνούσε τα στενά όρια της ακαδημαϊκής υποχρέωσης. Για την Ιωάννα, η έρευνα ήταν μία ζωντανή αποστολή με τελικό αποδέκτη τον ασθενή και την κοινωνία.

Μέσα από τη σημαντική της δραστηριότητα στην Καρδιοφαρμακολογία και τη μεταφραστική έρευνα, συνέβαλε στη δημιουργία νέας γνώσης και στη σύνδεση της βασικής έρευνας με την κλινική πράξη. Το έργο της αποτυπώθηκε σε σημαντικές διεθνείς δημοσιεύσεις, ερευνητικά προγράμματα, επιστημονικές συνεργασίες και πρωτοβουλίες που ανέδειξαν το ελληνικό ακαδημαϊκό και ερευνητικό δυναμικό πέρα από τα σύνορα της χώρας».

Είχα την τιμή να συνεργαστώ μαζί της στον επαγγελματικό στίβο – μέσω της συνεργασίας μας στα έργα του Ομίλου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Τσέτη – προσπαθώντας από κοινού να φέρουμε στην κλινική πράξη και εν τέλει, στον ασθενή τις ιδέες που η ίδια οραματίστηκε, μαζί με τα «παιδιά» της όπως αποκαλούσε τους νέους ερευνητές που μαθήτευσαν δίπλα της στο εργαστήριο Φαρμακολογίας. Ιδέες που μετεξελίχθηκαν σε ερευνητικά πρωτόκολλα, επιστημονικές δημοσιεύσεις, κατοχυρωμένα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και επιτυχημένα ερευνητικά προγράμματα καθώς και σε ολοκληρωμένες κλινικές μελέτες και εν τέλει, προϊόντα υγείας.

Η Ιωάννα υποστήριζε έμπρακτα και το έργο της Αστικής, Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας (ΑΜΚΕ) Κλέων Τσέτης, και συνέβαλε μέσω της εμπειρίας και της ωριμότητας της σε θέματα ακαδημαϊκά, στην υποστήριξη δράσεων για την ενίσχυση του έργου των ακαδημαϊκών, των πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, σε μια χρονική περίοδο που οι ειλικρινείς συνεργασίες και ουσιαστική βοήθεια υπήρξαν δυσεύρετες.

Παράλληλα, ήταν ενεργό μέλος της επιτροπής ισότητας των φύλων του ΕΚΠΑ, ενώ με αφορμή την αποτρόπαια δολοφονία της φοιτήτριάς της Γαρυφαλιάς Ψαράκου, πρωτοστάτησε σε εκδηλώσεις κατά της έμφυλης βίας».

Κλείνοντας την ομιλία της η πρόεδρος του ΟΦΕΤ σημείωσε ακόμη:

«Η πρωτοβουλία του Ομίλου Τσέτη φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα διαρκές αποτύπωμα προσφοράς προς την πανεπιστημιακή κοινότητα, συνδέοντας τη μνήμη της Ιωάννας Ανδρεάδου με την πρόληψη, την ασφάλεια και την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Με αυτόν τον τρόπο, η επιστημονική και ανθρώπινη παρακαταθήκη της, συνεχίζει να εμπνέει και να υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο, μετατρέποντας τη μνήμη σε πράξη ουσιαστικής προσφοράς».

Πρόσφατα δεδομένα για τον μεταστατικό καρκίνο του μαστού: Επίπτωση και επιβίωση

Πρόσφατα δεδομένα για τον μεταστατικό καρκίνο του μαστού: Επίπτωση και επιβίωση
medlabnews.gr iatrikanea

Ο μεταστατικός καρκίνος του μαστού, δηλαδή η νόσος που έχει ήδη εξαπλωθεί σε άλλα όργανα κατά τη στιγμή της διάγνωσης, εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στη σύγχρονη ογκολογία. Μια μεγάλη αμερικανική μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο JAMA Network Open έρχεται να αναδείξει μια ανησυχητική τάση: τα περιστατικά καρκίνου μαστού σταδίου IV κατά τη διάγνωση αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια, παρά τις σημαντικές εξελίξεις στη διάγνωση και θεραπεία της νόσου.

Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι η μελέτη ανέλυσε δεδομένα από περισσότερους από 760.000 ασθενείς στις Ηνωμένες Πολιτείες την περίοδο 2010–2021. Από αυτούς, περίπου 44.000 διαγνώστηκαν εξαρχής με μεταστατική νόσο. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η συχνότητα εμφάνισης de novo μεταστατικού καρκίνου μαστού –δηλαδή καρκίνου που είναι ήδη στάδιο IV από την πρώτη διάγνωση– αυξήθηκε κατά περίπου 1,2% κάθε χρόνο.

Ο καρκίνος μαστού παραμένει ο συχνότερος καρκίνος στις γυναίκες παγκοσμίως. Αν και η πλειονότητα των περιστατικών διαγιγνώσκεται σε πρώιμο στάδιο, περίπου το 30% των ασθενών θα εμφανίσουν μεταστατική νόσο κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Ωστόσο, η συγκεκριμένη μελέτη επικεντρώθηκε σε μια διαφορετική κατηγορία, στους ασθενείς που έχουν ήδη μεταστάσεις από την πρώτη διάγνωση, χωρίς να έχει προηγηθεί αρχικά εντοπισμένη νόσος.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αύξηση αυτή καταγράφηκε σχεδόν σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, σε όλους τους υποτύπους του καρκίνου μαστού, αλλά ακόμη και στους άνδρες, όπου επίσης παρατηρήθηκε σημαντική αύξηση των μεταστατικών διαγνώσεων. Ιδιαίτερα ανησυχητικό ήταν το εύρημα ότι οι γυναίκες κάτω των 40 ετών εμφάνισαν τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση μεταστατικής νόσου, περίπου 3,1% ανά έτος.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η αύξηση ήταν εντονότερη σε ορισμένους πιο επιθετικούς μοριακούς υποτύπους, όπως ο τριπλά αρνητικός καρκίνος μαστού (triple-negative breast cancer), αλλά και σε HER2-θετικούς όγκους. Οι μορφές αυτές χαρακτηρίζονται συχνά από μεγαλύτερη πιθανότητα πρώιμης μετάστασης.

Παράλληλα, η μελέτη ανέδειξε έντονες κοινωνικές και φυλετικές ανισότητες. Αυξημένος κίνδυνος παρατηρήθηκε σε άτομα χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου. Τα δεδομένα αυτά υπογραμμίζουν τη σημασία της πρόσβασης στον προσυμπτωματικό έλεγχο, στη μαστογραφία και στη γρήγορη διαγνωστική διερεύνηση ύποπτων συμπτωμάτων.

Οι λόγοι πίσω από αυτή την αύξηση παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ασαφείς. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι πιθανόν εμπλέκονται πολλοί παράγοντες, όπως η αύξηση της παχυσαρκίας, οι μεταβολές στον τρόπο ζωής, οι ορμονικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, αλλά και καθυστερήσεις στη διάγνωση. Επιπλέον, η πανδημία COVID-19 φαίνεται ότι επηρέασε σημαντικά τα προγράμματα προσυμπτωματικού ελέγχου και οδήγησε σε αναβολές μαστογραφιών και διαγνωστικών εξετάσεων, κάτι που μπορεί να συνέβαλε σε καθυστερημένες διαγνώσεις προχωρημένης νόσου.

Παρά τη δυσμενή αυτή τάση, υπάρχουν και αισιόδοξα δεδομένα. Η επιβίωση των ασθενών με μεταστατικό καρκίνο μαστού βελτιώνεται σταδιακά, κυρίως χάρη στις νέες στοχευμένες θεραπείες και την ανοσοθεραπεία. Οι HER2-θετικοί όγκοι, για παράδειγμα, εμφανίζουν πλέον σημαντικά καλύτερη πρόγνωση σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, λόγω της ανάπτυξης αποτελεσματικών anti-HER2 παραγόντων, όπως τα μονοκλωνικά αντισώματα και τα antibody-drug conjugates (ADCs). Αντίστοιχα, στους ορμονοευαίσθητους καρκίνους, οι αναστολείς CDK4/6 έχουν αλλάξει σημαντικά τη φυσική πορεία της νόσου. Ωστόσο, η βελτίωση της επιβίωσης δεν ήταν ίδια σε όλους τους υποτύπους. Στον τριπλά αρνητικό καρκίνο μαστού, η πρόοδος παρέμεινε περιορισμένη, γεγονός που υπογραμμίζει τη συνεχιζόμενη ανάγκη ανάπτυξης νέων θεραπευτικών στρατηγικών και καλύτερων βιοδεικτών επιλογής θεραπείας.

Σήμερα, ο μεταστατικός καρκίνος μαστού δεν θεωρείται πλέον απαραίτητα μια άμεσα θανατηφόρος νόσος, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αντιμετωπίζεται ως χρόνια νόσος με μακροχρόνιο έλεγχο. Παρ’ όλα αυτά, το βασικό μήνυμα της μελέτης παραμένει ξεκάθαρο: η έγκαιρη διάγνωση εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα για καλύτερη πρόγνωση. Η ενίσχυση των προγραμμάτων πρόληψης, η ενημέρωση του πληθυσμού και η ισότιμη πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας αποτελούν κρίσιμα βήματα ώστε να μειωθούν οι διαγνώσεις σε προχωρημένο στάδιο και να περιοριστεί το φορτίο της μεταστατικής νόσου.

Ποια η σχέση ατμίσματος και καρκίνου; Νέα επιστημονικά δεδομένα

Ποια η σχέση ατμίσματος και καρκίνου; Νέα επιστημονικά δεδομένα
medlabnews.gr iatrikanea

Νέα επιστημονική ανασκόπηση επαναφέρει τις ανησυχίες για τους μακροπρόθεσμους κινδύνους του ατμίσματος, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι πιθανό να έχουν καρκινογόνο δράση, αν και τα διαθέσιμα στοιχεία εξακολουθούν να έχουν σημαντικά κενά. Η ανάλυση, που βασίστηκε σε ανασκοπήσεις και μεμονωμένες μελέτες που δημοσιεύθηκαν από το 2017 και μετά, εκτιμά ότι το άτμισμα νικοτίνης «πιθανότατα» συμβάλλει στην εμφάνιση καρκίνου του στόματος και του πνεύμονα. Ωστόσο, οι πραγματικοί κίνδυνοι, καθώς και το πώς συγκρίνονται με εκείνους του συμβατικού καπνίσματος, δεν μπορούν ακόμη να υπολογιστούν με ακρίβεια.

Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι ένας βασικός λόγος είναι ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι σχετικά νέα προϊόντα, με παρουσία στην αγορά περίπου τα τελευταία 20 χρόνια. Σε αντίθεση με το κάπνισμα, για το οποίο υπάρχουν δεκαετίες επιδημιολογικών δεδομένων που τεκμηριώνουν ξεκάθαρα τον καρκινικό κίνδυνο, για το άτμισμα απουσιάζουν ακόμη μακροχρόνιες πληθυσμιακές μελέτες. Συνεπώς, δεν έχει περάσει ακόμη αρκετός χρόνος ώστε να αποκαλυφθεί το πραγματικό φορτίο καρκίνου που θα μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά στο άτμισμα.

Όταν πρωτοεμφανίστηκαν, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα παρουσιάστηκαν ως λιγότερο βλαβερή εναλλακτική σε σχέση με το παραδοσιακό κάπνισμα και, ενδεχομένως, ως βοήθημα για τη διακοπή του. Έχει φανεί ότι το άτμισμα με νικοτίνη μπορεί να αυξήσει τα ποσοστά διακοπής του καπνίσματος σε σύγκριση με άλλα προϊόντα υποκατάστασης νικοτίνης. Παράλληλα, στις 5 Μαΐου 2026, ο FDA ανακοίνωσε για πρώτη φορά ότι επιτρέπει την προώθηση ατμιστικών προϊόντων με φρουτώδεις γεύσεις, επικαλούμενος την ανάγκη να υπάρχουν περισσότερες επιλογές για ενήλικες που επιθυμούν να εγκαταλείψουν το συμβατικό τσιγάρο. Την ίδια στιγμή, όμως, κανένα ηλεκτρονικό τσιγάρο δεν έχει εγκριθεί από τον FDA ως θεραπευτικό μέσο διακοπής καπνίσματος, ενώ οι υγειονομικές αρχές εκφράζουν εδώ και χρόνια ανησυχίες τόσο για τη διαφήμιση των προϊόντων αυτών προς τους εφήβους όσο και για την έλλειψη δεδομένων σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους στην υγεία.

Η νέα ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Carcinogenesis, συγκέντρωσε τα πιο πρόσφατα στοιχεία για την πιθανή καρκινογόνο δράση των ηλεκτρονικών τσιγάρων, εξετάζοντας μελέτες βιοδεικτών σε χρήστες, αναφορές περιστατικών, πειραματικές έρευνες σε ζώα και αναλύσεις του αερολύματος που παράγεται από τις συσκευές. Τα δεδομένα δείχνουν ότι όσοι ατμίζουν εκτίθενται σε γνωστές ή ύποπτες καρκινογόνες ουσίες. Σε χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων έχουν βρεθεί αυξημένοι δείκτες πτητικών οργανικών ενώσεων στα ούρα, όπως το ακρυλαμίδιο και το ακρυλονιτρίλιο, σε σύγκριση με μη χρήστες. Επίσης, παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα μετάλλων, όπως ο μόλυβδος και το κάδμιο, καθώς και ορισμένων πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων.

Σχεδόν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η έκθεση των ατμιστών είναι αισθητά χαμηλότερη από εκείνη των καπνιστών. Παρ’ όλα αυτά, οι μελέτες βιοδεικτών δείχνουν ότι η χημική έκθεση από το άτμισμα μπορεί να συνδέεται με βλάβες στο DNA, οξειδωτικό στρες, χρόνια φλεγμονή και επιγενετικές αλλαγές σε δείγματα ιστών, σε σύγκριση με άτομα που δεν καπνίζουν. Παράλληλα, εργαστηριακές αναλύσεις των αερολυμάτων από ηλεκτρονικά τσιγάρα έχουν εντοπίσει και τα 10 βασικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με καρκινογόνες ουσίες, όπως η δυνατότητα να επηρεάζουν την επιδιόρθωση του DNA, να προκαλούν φλεγμονή και να καταστέλλουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Μελέτες σε ζώα, μάλιστα, υποδηλώνουν ότι η έκθεση στα αερολύματα αυτά μπορεί να οδηγήσει σε όγκους του πνεύμονα.

Το μεγάλο κενό παραμένει η απουσία επαρκών δεδομένων για καρκίνο σε ανθρώπους. Οι ερευνητές αναφέρουν μεμονωμένες περιπτώσεις καρκίνου του στόματος σε άτομα που άτμιζαν για περισσότερο από μία δεκαετία και, συνδυάζοντας αυτά τα περιστατικά με τα υπόλοιπα διαθέσιμα στοιχεία, θεωρούν ότι υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ώστε να χαρακτηριστεί το ηλεκτρονικό τσιγάρο ως πιθανός παράγοντας κινδύνου για καρκίνο του στόματος και του πνεύμονα. Για να υπάρξουν πιο ασφαλή συμπεράσματα, τονίζουν ότι χρειάζονται μακροχρόνιες μελέτες που να συνδέουν τη χρήση ηλεκτρονικών τσιγάρων με περιστατικά καρκίνου σε μεγάλους πληθυσμούς.

Η ανασκόπηση περιορίστηκε στα ηλεκτρονικά τσιγάρα που χορηγούν νικοτίνη και δεν εξέτασε το άτμισμα κάνναβης. Υπάρχουν πρώιμες ενδείξεις ότι τα αερολύματα κάνναβης προκαλούν φλεγμονή, απόπτωση και ενεργοποίηση μηχανισμών που σχετίζονται με τον καρκίνο σε ανθρώπινα βρογχικά κύτταρα, όμως η ερευνητική βάση είναι ακόμη πιο περιορισμένη από εκείνη που αφορά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα.

Η αβεβαιότητα γύρω από το θέμα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο καρκίνος εμφανίζεται συνήθως ύστερα από πολλά χρόνια. Ένα ακόμη εμπόδιο είναι η μεγάλη ποικιλία των προϊόντων: οι συσκευές διαφέρουν στον σχεδιασμό τους, τα υγρά έχουν διαφορετική σύσταση και οι χρήστες δεν ατμίζουν όλοι με τον ίδιο τρόπο, κάτι που δυσκολεύει τόσο την ακριβή μέτρηση της έκθεσης όσο και τη σύγκριση των μελετών. Επιπλέον, είναι δύσκολο να απομονωθεί η επίδραση του ατμίσματος από εκείνη του καπνίσματος, αφού πολλοί χρήστες κάνουν και τα δύο. Όπως παρατηρούν οι ερευνητές, είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν μεγάλες ομάδες ανθρώπων, ιδιαίτερα μεγαλύτερης ηλικίας, που να μην έχουν καπνίσει ποτέ αλλά να ατμίζουν συστηματικά επί πολλά χρόνια.

Συμπερασματικά λοιπόν, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι το άτμισμα δεν είναι ακίνδυνο και ότι η έκθεση σε αυτό συνδέεται με βλάβες σε σχέση με τη μη έκθεση. Από την άλλη, όλα δείχνουν ότι για τα περισσότερα νοσήματα, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου, το άτμισμα είναι λιγότερο επιβλαβές από το παραδοσιακό κάπνισμα. Εκείνο που παραμένει άγνωστο είναι το ακριβές μέγεθος αυτής της διαφοράς: πόσο πιο επιβλαβές είναι το άτμισμα σε σχέση με το να μην χρησιμοποιεί κανείς τίποτα και πόσο λιγότερο βλαβερό είναι σε σύγκριση με το κάπνισμα. Και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα έχει μεγάλη σημασία για τη δημόσια υγεία και την πολιτική ρύθμισης των προϊόντων αυτών.

Μεγάλη μελέτη για τον γάμο, την ανύπαντρη ζωή και τον κίνδυνο καρκίνου

Μεγάλη μελέτη για τον γάμο, την ανύπαντρη ζωή και τον κίνδυνο καρκίνου
medlabnews.gr iatrikanea

Στη συζήτηση για τον καρκίνο, σπάνια εξετάζουμε την οικογενειακή κατάσταση ως έναν παράγοντα που ενδέχεται να επηρεάζει τον κίνδυνο νόσησης. Συνήθως μιλάμε για το κάπνισμα, τη διατροφή, την άσκηση, την κληρονομικότητα ή την πρόσβαση στις εξετάσεις. Κι όμως, μια μεγάλη σύγχρονη πληθυσμιακή μελέτη από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό Cancer Research Communication, έρχεται να δείξει ότι το αν κάποιος έχει παντρευτεί ή όχι ίσως συνδέεται ουσιαστικά με τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου. Το εύρημα δεν σημαίνει ότι ο γάμος «προστατεύει» μαγικά από τον καρκίνο. Σημαίνει όμως ότι η οικογενειακή κατάσταση μπορεί να λειτουργεί ως ένας ισχυρός κοινωνικός δείκτης, πίσω από τον οποίο κρύβονται συνήθειες, δίκτυα στήριξης, οικονομικές συνθήκες και πρόσβαση στην πρόληψη.

Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι στη μελέτη αναλυθήκαν δεδομένα από 12 αμερικανικές πολιτείες για την περίοδο 2015–2022, εστιάζοντας σε ενήλικες ηλικίας 30 ετών και άνω. Oι ερευνητές χρησιμοποίησαν στοιχεία καταγραφής καρκίνου και δημογραφικά δεδομένα πληθυσμού, ώστε να συγκρίνουν τη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου ανάμεσα σε όσους δεν είχαν παντρευτεί ποτέ και σε όσους είχαν παντρευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους, ακόμη κι αν στο μεταξύ είχαν χωρίσει ή χηρέψει. Πρόκειται για μία από τις πιο εκτεταμένες αναλύσεις που έχουν γίνει πάνω στο ζήτημα, με περισσότερα από 4,2 εκατομμύρια περιστατικά καρκίνου και πάνω από 500 εκατομμύρια ανθρωποέτη παρακολούθησης.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι άνθρωποι που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ εμφάνιζαν υψηλότερη συχνότητα καρκίνου σχεδόν σε όλες τις μεγάλες κατηγορίες της νόσου. Στους άνδρες, η επίπτωση ήταν κατά 68% υψηλότερη σε σχέση με όσους έχουν παντρευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους, ενώ στις γυναίκες ήταν κατά 85% υψηλότερη. Η τάση αυτή δεν εμφανίστηκε μόνο σε μία συγκεκριμένη ομάδα, αλλά επαναλήφθηκε σε διαφορετικές φυλετικές και εθνοτικές κατηγορίες, σε πολλά είδη καρκίνου και σε πολλές ηλικίες. Οι διαφορές, μάλιστα, γίνονταν εντονότερες όσο αυξανόταν η ηλικία, κάτι που υποδηλώνει ότι οι συνέπειες κοινωνικών και συμπεριφορικών παραγόντων μπορεί να συσσωρεύονται στη διάρκεια της ζωής.

Στους άνδρες, για παράδειγμα, η μεγαλύτερη διαφορά καταγράφηκε στον καρκίνο του πρωκτού, ενώ στις γυναίκες ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας παρουσίασε πολύ υψηλότερη συχνότητα στις γυναίκες που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ. Μεγάλες διαφορές βρέθηκαν επίσης σε καρκίνους που σχετίζονται με λοιμώξεις, με το κάπνισμα, με την κατανάλωση αλκοόλ, αλλά και σε ορισμένους γυναικολογικούς καρκίνους. Αντίθετα, οι διαφορές ήταν πιο περιορισμένες σε καρκίνους όπως του θυρεοειδούς, του προστάτη και, σε μικρότερο βαθμό, του μαστού.

Οι ερευνητές δεν λένε ότι ο γάμος προκαλεί χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου αλλά ότι ο γάμος ίσως συνοψίζει ένα πλέγμα από πλεονεκτήματα και εμπειρίες ζωής. Ένας άνθρωπος που είναι παντρεμένος είναι πιθανό να έχει πιο σταθερή καθημερινότητα, λιγότερες επικίνδυνες συμπεριφορές, καλύτερη ψυχολογική στήριξη, μεγαλύτερη οικονομική ασφάλεια και συχνότερη επαφή με υπηρεσίες υγείας. Ένας σύντροφος μπορεί να ενθαρρύνει τις προληπτικές εξετάσεις, να επιμείνει σε έναν έλεγχο που αναβάλλεται ή να βοηθήσει στην έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας. Όλα αυτά δεν είναι ασήμαντα. Αντίθετα, είναι ακριβώς οι καθημερινές παράμετροι που, σε βάθος χρόνου, επηρεάζουν την υγεία.

Η μελέτη φέρνει στο φως και σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε επιμέρους πληθυσμιακές ομάδες. Οι μαύροι άνδρες που δεν είχαν παντρευτεί ποτέ είχαν τα υψηλότερα συνολικά ποσοστά καρκίνου από όλες τις ομάδες. Ωστόσο, ανάμεσα στους άνδρες που είχαν υπάρξει παντρεμένοι, οι μαύροι άνδρες εμφάνιζαν χαμηλότερα ποσοστά από τους λευκούς άνδρες. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η οικογενειακή κατάσταση διαπλέκεται με τη φτώχεια, τον αποκλεισμό, τον ρατσισμό, την ανισότητα στην πρόσβαση σε σταθερές σχέσεις και σε πόρους. Με άλλα λόγια, το «ποιος παντρεύεται» και το «ποιος μένει εκτός γάμου» επηρεάζεται από ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες.

Στις γυναίκες, η εικόνα ήταν επίσης ισχυρή, και μάλιστα πιο σταθερή ανάμεσα στις διαφορετικές φυλετικές και εθνοτικές ομάδες. Αυτό αμφισβητεί τη συνηθισμένη αντίληψη ότι ο γάμος προσφέρει υγειονομικά οφέλη κυρίως στους άνδρες. Στην προκειμένη περίπτωση, η μελέτη δείχνει ότι η μη ύπαρξη γάμου ως εμπειρίας ζωής σχετίζεται με αυξημένη επίπτωση καρκίνου και στις γυναίκες, ίσως μέσω διαφορετικών αλλά εξίσου σημαντικών μηχανισμών: αναπαραγωγικών επιλογών, καθυστέρησης ή αποφυγής τεκνοποίησης, διαφοράς στην προληπτική φροντίδα και αθροιστικής κοινωνικής επιβάρυνσης.

Φυσικά, η επίσημη οικογενειακή κατάσταση δεν αποτυπώνει την ποιότητα μιας σχέσης, ούτε καταγράφει τη συγκατοίκηση, τη συναισθηματική στήριξη ή τη σταθερότητα μιας συντροφικής ζωής. Κάποιος μπορεί να μην έχει παντρευτεί ποτέ αλλά να ζει σε μια μακρόχρονη, υποστηρικτική σχέση. Και κάποιος άλλος μπορεί να είναι παντρεμένος αλλά να ζει μέσα σε ένταση, απομόνωση ή ακόμη και κακοποίηση. Επιπλέον, οι ερευνητές δεν διέθεταν ατομικά στοιχεία για εισόδημα, εκπαίδευση, αριθμό παιδιών ή επιμέρους συμπεριφορές υγείας, ώστε να εξηγήσουν ακριβώς ποιο μέρος της διαφοράς οφείλεται σε ποιους μηχανισμούς. Γι’ αυτό και το σωστό συμπέρασμα δεν είναι ότι «ο γάμος προλαμβάνει τον καρκίνο», αλλά ότι η οικογενειακή κατάσταση λειτουργεί ως καθρέφτης βαθύτερων κοινωνικών και συμπεριφορικών ανισοτήτων.

Το σημαντικό μήνυμα είναι ότι η υγεία δεν καθορίζεται μόνο από το σώμα, αλλά και από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζούμε. Η μοναξιά, η οικονομική ανασφάλεια, η έλλειψη στήριξης και η χαλαρότερη σχέση με την πρόληψη μπορεί να αφήνουν βαθύ αποτύπωμα στον κίνδυνο καρκίνου.

Η ψευδαίσθηση της ηλικίας στην ιατρική: H βιολογική ηλικία δεν συμπίπτει πάντα με τη χρονολογική.

Η ψευδαίσθηση της ηλικίας στην ιατρική: H βιολογική ηλικία δεν συμπίπτει πάντα με τη χρονολογική.
medlabnews.gr iatrikanea

Στην καθημερινή ζωή έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε την ηλικία ως ένα απλό και καθαρό μέτρο. Ένας άνθρωπος είναι 40, 65 ή 86 ετών, άρα υποτίθεται πως μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε τι αντέχει, τι κινδύνους έχει μπροστά του και ποιες αποφάσεις του ταιριάζουν. Όμως η ιατρική πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Δύο άνθρωποι με την ίδια ακριβώς χρονολογική ηλικία μπορεί να διαφέρουν εντυπωσιακά στη μνήμη, στη δύναμη, στη λειτουργία της καρδιάς και των αγγείων, στον μεταβολισμό και στη συνολική αντοχή του οργανισμού τους. Με άλλα λόγια, η ηλικία που γράφει η ταυτότητα δεν λέει πάντα την αλήθεια για την πραγματική κατάσταση του σώματος. Αυτό ακριβώς αναδεικνύει ένα άρθρο για την «ψευδαίσθηση της ηλικίας» στην ιατρική που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό New England Journal of Medicine (Μartin G. Lee: The Age Illusion — Limitations of Chronologic Age in Medicine. New England Journal of Medicine 394;13, 2026. DOI: 10.1056/NEJMp2516973). Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) παραθέτουν τα βασικά σημεία του άρθρου.

Η αλήθεια είναι ότι η χρονολογική ηλικία βολεύει. Είναι εύκολο να τη μάθεις, εύκολο να τη βάλεις σε αλγόριθμους, εύκολο να τη χρησιμοποιήσεις για οδηγίες, πρωτόκολλα και όρια σε εξετάσεις ή θεραπείες. Γι’ αυτό και παίζει τόσο μεγάλο ρόλο στην ιατρική πράξη. Συχνά καθορίζει ποιος θα μπει σε μια κλινική μελέτη, ποιος θα κάνει προληπτικό έλεγχο και ποιος θα θεωρηθεί κατάλληλος για μια συγκεκριμένη θεραπεία. Όμως η ηλικία χρησιμοποιείται πολλές φορές ως υποκατάστατο για πράγματα που δεν έχουν μετρηθεί: τη λειτουργική κατάσταση, τη βιολογική φθορά, την ανθεκτικότητα, και την πιθανότητα ανάρρωσης μετά από ασθένεια. Όταν όλα αυτά συμπυκνώνονται σε έναν αριθμό, η ιατρική κινδυνεύει να γίνει λιγότερο ακριβής και λιγότερο δίκαιη.

Το ουσιαστικό είναι ότι η βιολογική ηλικία δεν συμπίπτει πάντα με τη χρονολογική. Η γήρανση δεν προχωρά με τον ίδιο ρυθμό σε όλους, ούτε επηρεάζει όλα τα συστήματα του οργανισμού με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν μοριακές και κυτταρικές μεταβολές που σχετίζονται με τη γήρανση, όπως αλλαγές στο ανοσοποιητικό, στα μιτοχόνδρια, στα αγγεία και στον μεταβολισμό, αλλά αυτές εξελίσσονται διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Ακόμη και άτομα που γεννήθηκαν την ίδια χρονιά, ή ακόμη και πανομοιότυποι δίδυμοι, μπορεί να γερνούν βιολογικά με διαφορετική ταχύτητα. Ο τρόπος ζωής, το περιβάλλον και η έκθεση σε νόσους επηρεάζουν αυτή τη διαδρομή. Άρα, το να αντιμετωπίζονται όλοι οι άνθρωποι μιας ηλικιακής ομάδας περίπου ως ίδιοι δεν ανταποκρίνεται στη βιολογική πραγματικότητα.

Τα τελευταία χρόνια, η έρευνα προσπαθεί να μετρήσει αυτή τη διαφορά ανάμεσα στο “πόσων ετών είσαι” και στο “πόσο έχει γεράσει ο οργανισμός σου”. Στο πλαίσιο αυτό μελετώνται βιολογικοί δείκτες, όπως τα λεγόμενα επιγενετικά ρολόγια που βασίζονται σε πρότυπα μεθυλίωσης του DNA, αλλά και φλεγμονώδη και μεταβολικά προφίλ, τα οποία μπορούν να αποκαλύψουν χρόνια φλεγμονή, οξειδωτικό στρες ή αυξημένη ευαλωτότητα σε καρδιαγγειακά προβλήματα. Τέτοιες μετρήσεις μπορεί να αποκαλύψουν ότι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος έχει μεγάλη φυσιολογική εφεδρεία, ενώ ένας νεότερος εμφανίζει ήδη επιταχυνόμενη φθορά. Σε ορισμένα κλινικά πεδία, μάλιστα, η βιολογική ηλικία φαίνεται να προβλέπει καλύτερα την έκβαση από τη χρονολογική.

Αν αυτή η προσέγγιση ενσωματωθεί σωστά στην ιατρική, θα μπορούσε να αλλάξει σημαντικές αποφάσεις. Η χορήγηση αντιπηκτικών, οι επεμβάσεις επαναγγείωσης, ο προσυμπτωματικός έλεγχος για καρκίνο, ακόμη και η αξιολόγηση για μεταμόσχευση συχνά επηρεάζονται έντονα από ηλικιακά όρια. Όμως τα όρια αυτά μπορεί να αδικούν έναν άνθρωπο που, παρ’ ότι μεγαλύτερος, έχει αντοχές και θα ωφεληθεί ουσιαστικά από μια θεραπεία. Από την άλλη πλευρά, μπορεί να αφήσουν χωρίς έγκαιρη πρόληψη έναν νεότερο άνθρωπο που γερνά βιολογικά πιο γρήγορα. Η εμπειρία της πανδημίας έδειξε πόσο επικίνδυνο μπορεί να είναι να χρησιμοποιείται η ηλικία μόνη της ως κριτήριο για κρίσιμες αποφάσεις, όπως η εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας. Η ουσία δεν είναι να αντικαταστήσουμε μια απλή αδικία με μια πιο περίπλοκη, αλλά να αξιολογούμε καλύτερα τον πραγματικό κίνδυνο και τη δυνατότητα ωφέλειας.

Η ηλικία παραμένει ένα χρήσιμο αρχικό στοιχείο για την ιατρική αξιολόγηση, αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί ως το μοναδικό μέτρο της υγείας, της αντοχής και των δυνατοτήτων ενός ανθρώπου. Υποστηρίζει όμως ότι δεν πρέπει να λειτουργεί ως αδιαμφισβήτητος αντιπρόσωπος της φυσιολογικής κατάστασης ενός ανθρώπου. Η βιολογική ηλικία, είτε εκτιμάται μέσα από μοριακά δεδομένα είτε μέσα από φλεγμονώδεις δείκτες, αγγειακές μετρήσεις, γνωστική αξιολόγηση και λειτουργικές δοκιμασίες, θα μπορούσε να λειτουργεί συμπληρωματικά. Για να γίνει αυτό με ασφάλεια, χρειάζονται διαφανείς μέθοδοι, τυποποίηση και σαφείς κλινικές οδηγίες, ώστε οι νέοι δείκτες να μην χρησιμοποιηθούν αυθαίρετα ή με τρόπο που τελικά θα στερεί φροντίδα από ασθενείς.

Το ΕΚΠΑ έγραψε ιστορία με την εκτόξευση των πρώτων ελληνικών νανοδορυφόρων «ERMIS»

Το ΕΚΠΑ έγραψε ιστορία με την εκτόξευση των πρώτων ελληνικών νανοδορυφόρων «ERMIS»

Τη Δευτέρα 30 Μαρτίου στις 13:20, η Ελλάδα και το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών έγραψαν ιστορία στην αεροδιαστημική. Οι τρεις νανοδορυφόροι ERMIS ‘Made in Greece’ που κατασκευάστηκαν στο Τμήμα Αεροδιαστημικής του ΕΚΠΑ εκτοξεύτηκαν σε τροχιά 500 χιλιομέτρων με τον πύραυλο Falcon-9 της SpaceX.

Το πρόγραμμα ΕΡΜΗΣ – [ERMIS Hellenic Cubesat Demonstration Mission] έχει σαν στόχο να πιστοποιήσει νέες, καινοτόμες διαστημικές τεχνολογίες και εφαρμογές, όπως οι επικοινωνίες 5G για το διαδίκτυο των πραγμάτων (IoT), δορυφορικές τηλεπικοινωνίες και η παρατήρηση της γης με υπερφασματική κάμερα.

To πρόγραμμα ΕΡΜΗΣ αποτελεί το πρώτο μέρος του Εθνικού Προγράμματος Μικροδορυφόρων με προϋπολογισμό 200 εκατ. Ευρώ και χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό ταμείο ανάκαμψης (RRF – EU Next Generation EU). To έργο με προϋπολογισμό περίπου 4.9 εκατ. Ευρώ συντονίζει το νεοσύστατο Τμήμα Αεροδιαστημικής Επιστήμης & Τεχνολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (www.aerospace.uoa.gr) και συμμετέχουν στο έργο η OQ Hellas, το Πανεπιστήμιο Πατρών, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών. Την διαστημική αποστολή ERMIS επιβλέπει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος (ΕΟΔ)/European Space Agency με την υποστήριξη του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.

Σύνδεσμος

Βίντεο αποστολής ERMIS

Παχυσαρκία και καρκίνος: Η απώλεια βάρους ίσως μειώνει τον κίνδυνο.

Παχυσαρκία και καρκίνος: μια σχέση που αρχίζουμε να κατανοούμε καλύτερα
medlabnews.gr iatrikanea

Η παχυσαρκία δεν αφορά μόνο την εικόνα του σώματος ούτε περιορίζεται στους γνωστούς κινδύνους για διαβήτη και καρδιαγγειακά νοσήματα. Σύμφωνα με τη μεγάλη ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο περιοδικό JAMA (Shen S, Brown KA, Green AK, Iyengar NM. Obesity and Cancer: A Translational Science Review. JAMA. 2026 Mar 9. doi: 10.1001/jama.2026.1114) τον Μάρτιο του 2026, η αυξημένη συσσώρευση λίπους στο σώμα συνδέεται και με υψηλότερο κίνδυνο εμφάνισης πολλών μορφών καρκίνου. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι το υπερβάλλον βάρος και η παχυσαρκία αντιστοιχούν περίπου στο 10% των νέων διαγνώσεων καρκίνου κάθε χρόνο στις ΗΠΑ, ενώ σε ορισμένους καρκίνους, όπως ο καρκίνος του ενδομητρίου και ορισμένοι καρκίνοι του ήπατος και των χοληφόρων, το ποσοστό αυτό μπορεί να φτάνει έως και το 50%. Συνεπώς, το σωματικό βάρος δεν είναι απλώς ένας «παράγοντας κινδύνου» ανάμεσα σε άλλους, αλλά ένας σημαντικός βιολογικός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την ίδια τη διαδικασία της καρκινογένεσης.

Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν πως η ανασκόπηση υπενθυμίζει ότι ως υπέρβαρο ορίζεται ο δείκτης μάζας σώματος από 25 έως 29,9 και ως παχυσαρκία ο δείκτης 30 και άνω. Ωστόσο, το πιο ουσιαστικό μήνυμα δεν είναι μόνο ο αριθμός στη ζυγαριά ή στον δείκτη μάζας σώματος, αλλά το τι συμβαίνει μέσα στον λιπώδη ιστό όταν αυτός αυξάνεται υπερβολικά. Ο λιπώδης ιστός δεν είναι ένα παθητικό «απόθεμα» ενέργειας. Είναι ένα δυναμικό όργανο που παράγει ορμόνες, επηρεάζει τον μεταβολισμό, συνομιλεί με το ανοσοποιητικό σύστημα και συμμετέχει στη ρύθμιση της φλεγμονής. Όταν όμως υπερφορτωθεί, η φυσιολογική του λειτουργία διαταράσσεται. Τότε αρχίζει να δημιουργείται ένα εσωτερικό περιβάλλον που ευνοεί την ανάπτυξη καρκίνου.

Ένας από τους βασικούς μηχανισμούς που περιγράφει η μελέτη είναι η χρόνια φλεγμονή. Στην παχυσαρκία, τα λιποκύτταρα μεγαλώνουν, καταπονούνται και τελικά ορισμένα πεθαίνουν, προκαλώντας την προσέλκυση ανοσοκυττάρων και την έκκριση φλεγμονωδών ουσιών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ιντερλευκίνη-1β, η ιντερλευκίνη-6 και ο παράγοντας νέκρωσης όγκου άλφα. Αυτές οι ουσίες δεν παραμένουν μόνο τοπικά στο λίπος, αλλά επηρεάζουν ολόκληρο τον οργανισμό. Η χρόνια, χαμηλού βαθμού φλεγμονή μπορεί να στηρίξει την ανάπτυξη όγκων άμεσα, αλλά και έμμεσα, για παράδειγμα αυξάνοντας την παραγωγή οιστρογόνων. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για ορμονοευαίσθητους καρκίνους, όπως του μαστού μετά την εμμηνόπαυση, των ωοθηκών και του ενδομητρίου.

Παράλληλα, η παχυσαρκία αλλάζει το ορμονικό περιβάλλον του σώματος. Τα επίπεδα της λεπτίνης αυξάνονται, ενώ της αδιπονεκτίνης μειώνονται. Η αδιπονεκτίνη θεωρείται ότι έχει αντιφλεγμονώδεις και προστατευτικές ιδιότητες, άρα η μείωσή της αφαιρεί ένα πιθανό «φρένο» στην καρκινογένεση. Επιπλέον, μετά την εμμηνόπαυση, ο λιπώδης ιστός γίνεται η κύρια πηγή παραγωγής οιστρογόνων. Όταν ο ιστός αυτός είναι αυξημένος και φλεγμονώδης, παράγονται περισσότερα οιστρογόνα, κάτι που μπορεί να ενισχύσει τον πολλαπλασιασμό κυττάρων σε ευαίσθητους ιστούς.

Η ανασκόπηση δίνει επίσης έμφαση στην επίδραση της παχυσαρκίας στο ανοσοποιητικό σύστημα. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, το ανοσοποιητικό μπορεί να αναγνωρίζει και να εξουδετερώνει κύτταρα που έχουν αρχίσει να αποκλίνουν επικίνδυνα. Στην παχυσαρκία, όμως, αυτή η προστατευτική επιτήρηση φαίνεται να αποδυναμώνεται. Αυξάνονται κύτταρα που καταστέλλουν την ανοσιακή απάντηση, ενώ μειώνεται η αποτελεσματικότητα των κυτταροτοξικών Τ λεμφοκυττάρων που είναι κρίσιμα για την εξάλειψη πιθανών καρκινικών κυττάρων. Έτσι, το σώμα όχι μόνο παράγει περισσότερα σήματα που ευνοούν τον όγκο, αλλά ταυτόχρονα χάνει μέρος της ικανότητάς του να τον σταματήσει εγκαίρως.

Ένας ακόμη κρίσιμος άξονας είναι ο μεταβολισμός. Τα καρκινικά κύτταρα χρειάζονται ενέργεια για να πολλαπλασιαστούν, και ο υπερτροφικός λιπώδης ιστός φαίνεται ότι μπορεί να τους τη διαθέτει άφθονα. Ελεύθερα λιπαρά οξέα και άλλα μεταβολικά «καύσιμα» μεταφέρονται σε αναπτυσσόμενους όγκους και ενισχύουν την επιβίωση, την ανάπτυξη και ενίοτε τη μετάσταση. Η παχυσαρκία δεν προσφέρει απλώς περισσότερο «απόθεμα», αλλά διαμορφώνει μια μεταβολική κατάσταση που διευκολύνει τα καρκινικά κύτταρα να εκμεταλλευτούν την περίσσεια ενέργειας.

Σύμφωνα με την ανασκόπηση, η παχυσαρκία συνδέεται με αυξημένο οξειδωτικό στρες και λιγότερο αποτελεσματικούς μηχανισμούς επιδιόρθωσης του DNA. Αυτό σημαίνει περισσότερες πιθανότητες να συσσωρευτούν γενετικές βλάβες, άρα και να ευνοηθεί η έναρξη της καρκινογένεσης. Επιπλέον, επηρεάζεται και το μικροβίωμα του εντέρου. Η παχυσαρκία σχετίζεται με μείωση ωφέλιμων βακτηρίων και αύξηση μικροβιακών πληθυσμών που προάγουν φλεγμονή και διαταραχή του εντερικού φραγμού. Έτσι, το έντερο μετατρέπεται σε ακόμη μία πηγή φλεγμονωδών και δυνητικά καρκινογόνων ερεθισμάτων.

Το ενδιαφέρον είναι ότι η σχέση παχυσαρκίας και καρκίνου δεν είναι ίδια για όλους και σε όλες τις ηλικίες. Η μελέτη επισημαίνει ότι η μεταβολικά «ανθυγιεινή» παχυσαρκία, όταν δηλαδή συνυπάρχουν υπέρταση, δυσλιπιδαιμία ή αντίσταση στην ινσουλίνη, συνδέεται με ακόμη μεγαλύτερο κίνδυνο. Επίσης, το υπερβάλλον βάρος από την παιδική και εφηβική ηλικία μπορεί να επηρεάζει τον κίνδυνο καρκίνου δεκαετίες αργότερα. Αυτό δείχνει ότι η πρόληψη δεν αρχίζει στην ώριμη ηλικία, αλλά πολύ νωρίτερα.

Το πιο ελπιδοφόρο μήνυμα της ανασκόπησης είναι ότι η απώλεια βάρους ίσως μειώνει τον κίνδυνο. Οι συγγραφείς αναφέρουν ότι σε παρατηρητικές μελέτες, απώλεια άνω του 10% του σωματικού βάρους, είτε μετά από βαριατρική χειρουργική είτε με φάρμακα όπως οι αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, συνδέθηκε με μέτρια μείωση της επίπτωσης ορισμένων καρκίνων που σχετίζονται με την παχυσαρκία. Το αποτέλεσμα δεν είναι θεαματικό ούτε έχει αποδειχθεί οριστικά με τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές, αλλά είναι σημαντικό. Υποδηλώνει ότι η μείωση του βάρους δεν βελτιώνει μόνο τον μεταβολισμό και την ποιότητα ζωής, αλλά πιθανώς απομακρύνει και ένα μέρος του βιολογικού εδάφους πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο καρκίνος.

Συνολικά, αυτή η ανασκόπηση μας καλεί να δούμε την παχυσαρκία όχι ως θέμα αισθητικής ή ατομικής αδυναμίας, αλλά ως σύνθετη βιολογική κατάσταση με σοβαρές συνέπειες για την υγεία. Η σχέση της με τον καρκίνο περνά μέσα από τη φλεγμονή, τις ορμόνες, το ανοσοποιητικό, τον μεταβολισμό, το DNA και το μικροβίωμα. Και ακριβώς επειδή πρόκειται για μια τόσο πολυεπίπεδη σχέση, η αντιμετώπισή της χρειάζεται ενημέρωση, πρόληψη, έγκαιρη παρέμβαση και μακροπρόθεσμη υποστήριξη.

Σε άνοδο παγκοσμίως ο καρκίνος του μαστού, ανησυχητικές οι προβλέψεις για το μέλλον

Σε άνοδο παγκοσμίως ο καρκίνος του μαστού, ανησυχητικές οι προβλέψεις για το μέλλον
medlabnews.gr iatrikanea

Ο καρκίνος του μαστού εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου και νόσησης στις γυναίκες παγκοσμίως, και τα νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι το βάρος της νόσου όχι μόνο παραμένει μεγάλο, αλλά αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο τις επόμενες δεκαετίες. Σύμφωνα με τη συστηματική ανάλυση της μελέτης Global Burden of Disease 2023, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό Lancet ([GBD 2023 Cancer Collaborators. The global, regional, and national burden of cancer, 1990-2023, with forecasts to 2050: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2023. Lancet. 2025 Oct 11;406(10512):1565-1586. doi: 10.1016/S0140-6736(25)01635-6]) και εξετάζει την πορεία του καρκίνου του μαστού από το 1990 έως το 2023, με προβλέψεις έως το 2050, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ανησυχητική — ιδιαίτερα για τις χώρες χαμηλότερου εισοδήματος και με ασθενέστερα συστήματα υγείας. Η μελέτη αποτυπώνει όχι μόνο πόσες γυναίκες νοσούν και πόσες χάνουν τη ζωή τους, αλλά και το συνολικό αποτύπωμα της νόσου στην ποιότητα ζωής, στην αναπηρία και στα χρόνια ζωής που χάνονται εξαιτίας της. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ) παραθέτουν τα κυριότερα σημεία της μελέτης.

Το 2023 εκτιμάται ότι καταγράφηκαν παγκοσμίως 2,30 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου του μαστού στις γυναίκες, ενώ οι θάνατοι έφτασαν τους 764.000. Παράλληλα, η συνολική επιβάρυνση της νόσου αποτυπώθηκε σε 24,1 εκατομμύρια DALYs, δηλαδή σε χαμένα έτη υγιούς ζωής λόγω πρόωρου θανάτου ή αναπηρίας. Πρόκειται για έναν δείκτη που μας βοηθά να αντιληφθούμε ότι ο καρκίνος του μαστού δεν αφορά μόνο τα περιστατικά που καταλήγουν μοιραία, αλλά και τις γυναίκες που ζουν με τη νόσο, με τις συνέπειες της θεραπείας ή με σημαντικούς περιορισμούς στην καθημερινότητά τους. Με αυτόν τον τρόπο, η έρευνα φωτίζει ολόκληρη τη διάσταση του προβλήματος και όχι μόνο την κορυφή του, που είναι η θνησιμότητα.

Ένα από τα πιο ουσιαστικά ευρήματα της ανάλυσης είναι ότι η παγκόσμια επιβάρυνση του καρκίνου του μαστού δεν κατανέμεται ισότιμα. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, όπου η ηλικιακά τυποποιημένη επίπτωση του καρκίνου του μαστού ήταν σχετικά χαμηλή, με 44,2 περιστατικά ανά 100.000 ανθρωποέτη, η ηλικιακά τυποποιημένη θνησιμότητα ήταν η υψηλότερη, φτάνοντας τα 24,1 ανά 100.000. Αντίθετα, στις χώρες υψηλού εισοδήματος παρατηρήθηκε η υψηλότερη επίπτωση, με 75,7 περιστατικά ανά 100.000, αλλά όχι η υψηλότερη θνησιμότητα. Το στοιχείο αυτό δείχνει με καθαρό τρόπο ότι η συχνότερη διάγνωση μιας νόσου δεν συνεπάγεται απαραίτητα και περισσότερους θανάτους. Σε πολλά ανεπτυγμένα συστήματα υγείας, η πρόσβαση σε προσυμπτωματικό έλεγχο, έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματική θεραπεία φαίνεται ότι συμβάλλει σημαντικά στη μείωση των απωλειών.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η σύγκριση της πορείας της νόσου μέσα στον χρόνο. Από το 1990 έως το 2023, η ηλικιακά τυποποιημένη επίπτωση του καρκίνου του μαστού στις χώρες χαμηλού εισοδήματος αυξήθηκε κατά 147,2%, ενώ στις χώρες υψηλού εισοδήματος η μεταβολή ήταν μόλις 1,2%. Την ίδια περίοδο, η ηλικιακά τυποποιημένη θνησιμότητα μειώθηκε στις πλούσιες χώρες κατά 29,9%, αλλά αυξήθηκε στις φτωχότερες κατά 99,3%. Παρόμοια πορεία ακολούθησαν και οι ηλικιακά τυποποιημένοι δείκτες DALYs, επιβεβαιώνοντας ότι εκεί όπου η θνησιμότητα αυξάνεται, αυξάνεται ταυτόχρονα και η συνολική κοινωνική και υγειονομική επιβάρυνση. Ενώ ορισμένες χώρες καταφέρνουν να περιορίσουν τις συνέπειες της νόσου, άλλες βλέπουν το πρόβλημα να μεγαλώνει.

Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τον ρόλο συγκεκριμένων παραγόντων κινδύνου. Το 2023, παράγοντες όπως οι διατροφικοί κίνδυνοι, η χρήση καπνού και τα υψηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα συνέβαλαν στο 28,3% των DALYs που σχετίζονται με τον καρκίνο του μαστού. Αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό μέρος της συνολικής επιβάρυνσης της νόσου συνδέεται με παράγοντες που, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, μπορούν να προληφθούν ή να περιοριστούν μέσα από πολιτικές δημόσιας υγείας, ενημέρωση και καλύτερη πρόληψη. Την ίδια στιγμή, η ανάλυση δείχνει ότι μεταξύ 1990 και 2023 μειώθηκαν τα DALYs που αποδίδονται στην υψηλή κατανάλωση αλκοόλ και στο κάπνισμα, εύρημα που υποδηλώνει ότι ορισμένες παρεμβάσεις μπορούν να έχουν αποτέλεσμα, χωρίς όμως αυτό να αρκεί για να αντιστραφεί συνολικά η τάση.

Οι προβλέψεις για το μέλλον είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Εφόσον οι σημερινές τάσεις συνεχιστούν, έως το 2050 τα νέα περιστατικά καρκίνου του μαστού στις γυναίκες προβλέπεται να φτάσουν τα 3,56 εκατομμύρια παγκοσμίως, ενώ οι θάνατοι αναμένεται να ανέλθουν στα 1,37 εκατομμύρια. Η προοπτική αυτή ενισχύει την ανάγκη για άμεση δράση, όχι μόνο σε επίπεδο θεραπείας αλλά και σε επίπεδο οργάνωσης των συστημάτων υγείας. Η μελέτη ερμηνεύει τη σταθερή επίπτωση και τη μείωση της θνησιμότητας στις χώρες υψηλού εισοδήματος ως ένδειξη επιτυχίας στον προσυμπτωματικό έλεγχο, στη διάγνωση και στη θεραπεία. Αντίθετα, η ταυτόχρονη αύξηση επίπτωσης και θνησιμότητας σε άλλες περιοχές του κόσμου θεωρείται ένδειξη ελλειμμάτων στα συστήματα υγείας.

Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι ο καρκίνος του μαστού δεν αποτελεί μόνο ιατρική πρόκληση, αλλά και ζήτημα ισότητας στην υγεία. Χωρίς αποτελεσματικές παρεμβάσεις, πολλές χώρες δεν θα καταφέρουν να πετύχουν τον φιλόδοξο στόχο της Παγκόσμιας Πρωτοβουλίας του ΠΟΥ για τον Καρκίνο του Μαστού, δηλαδή ετήσια μείωση κατά 2,5% των ηλικιακά τυποποιημένων δεικτών θνησιμότητας έως το 2040. Αν δεν υπάρξει άμεση και αποφασιστική κινητοποίηση, το αυξανόμενο βάρος της νόσου θα πλήξει ακόμη περισσότερο τους πιο ευάλωτους πληθυσμούς και θα διευρύνει περαιτέρω τις ήδη υπάρχουσες ανισότητες. Πίσω από κάθε αριθμό της έρευνας βρίσκονται πραγματικές ζωές, οικογένειες και κοινότητες, και αυτό ακριβώς είναι που κάνει τα ευρήματα της μελέτης τόσο κρίσιμα για το παρόν και ακόμη περισσότερο για το μέλλον.

Φάρμακα τύπου GLP-1 για διαβήτη και αδυνάτισμα: Πιθανή μείωση και του κινδύνου εθισμού σε ουσίες

Φάρμακα τύπου GLP-1 για διαβήτη και αδυνάτισμα: Πιθανή μείωση και του κινδύνου εθισμού σε ουσίες
medlabnews.gr iatrikanea

Τα φάρμακα τύπου GLP-1 (αγωνιστές του υποδοχέα του γλυκαγονόμορφου πεπτιδίου-1) έγιναν γνωστά στο ευρύ κοινό κυρίως ως θεραπείες για τον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 και –τα τελευταία χρόνια– ως ισχυρά εργαλεία για την απώλεια βάρους. Όμως η ιστορία τους φαίνεται να μην σταματά στο σάκχαρο και στα κιλά. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος), αναφέρουν ότι νεότερα δεδομένα δείχνουν ότι μπορεί να σχετίζονται και με κάτι φαινομενικά άσχετο: τον κίνδυνο εμφάνισης διαταραχών χρήσης ουσιών (αλκοόλ, νικοτίνη, οπιοειδή κ.ά.) αλλά και τις σοβαρές επιπλοκές σε ανθρώπους που ήδη παλεύουν με εθισμό.

Προκλινικές μελέτες σε ζώα είχαν ήδη υποδείξει ότι οι αγωνιστές GLP-1 μπορούν να «αγγίζουν» τα εγκεφαλικά κυκλώματα ανταμοιβής (τα γνωστά μεσολιμβικά μονοπάτια), μειώνοντας την ενίσχυση/«ανταμοιβή» από ουσίες όπως το αλκοόλ, η νικοτίνη, η κοκαΐνη και τα οπιοειδή. Σε ανθρώπους, μικρότερες παρατηρητικές μελέτες είχαν συνδέσει τη χρήση GLP-1 με χαμηλότερο κίνδυνο για διαταραχή χρήσης αλκοόλ, καπνού ή κάνναβης, αλλά η εικόνα για άλλες ουσίες και –κυρίως– για «σκληρά» κλινικά καταληκτικά (νοσηλείες, θανάτους, υπερδοσολογίες) παρέμενε θολή.

Εδώ έρχεται μια μεγάλη μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό BMJ (Cai M, Choi T, Xie Y, Al-Aly Z. Glucagon-like peptide-1 receptor agonists and risk of substance use disorders among US veterans with type 2 diabetes: cohort study. BMJ. 2026 Mar 4;392:e086886. doi: 10.1136/bmj-2025-086886), η οποία αξιοποίησε τα ηλεκτρονικά αρχεία υγείας του Υπουργείου Βετεράνων των ΗΠΑ, του μεγαλύτερου ολοκληρωμένου συστήματος υγείας στη χώρα, με εκατοντάδες ιατρικά κέντρα και χιλιάδες εξωτερικά ιατρεία. Οι ερευνητές συνέκριναν βετεράνους με διαβήτη τύπου 2 που ξεκίνησαν αγωνιστή GLP-1 με αντίστοιχους που ξεκίνησαν αναστολέα SGLT-2 (μια άλλη καθιερωμένη κατηγορία αντιδιαβητικών), παρακολουθώντας τους έως τρία χρόνια. Η σύγκριση με μια άλλη καθιερωμένη θεραπεία, όπως οι αναστολείς SGLT-2, είναι κρίσιμη, γιατί μειώνει την πιθανότητα να εξηγείται το αποτέλεσμα απλώς από το ότι οι ασθενείς που παίρνουν ένα νεότερο φάρμακο παρακολουθούνται πιο στενά ή διαφέρουν ήδη ως προς τη γενική κατάσταση της υγείας τους.

Το πρώτο σκέλος αφορούσε πρόληψη: από μια βάση 606.434 βετεράνων με διαβήτη τύπου 2, επιλέχθηκαν 524.817 χωρίς ιστορικό διαταραχής χρήσης ουσιών, ώστε να μετρηθεί ο κίνδυνος νέας διάγνωσης μέσα στα επόμενα τρία χρόνια. Σε αυτή την κύρια «δοκιμή», 124.001 άτομα ξεκίνησαν GLP-1 και 400.816 άτομα ξεκίνησαν SGLT-2. Η έναρξη GLP-1 συσχετίστηκε με χαμηλότερο κίνδυνο για διαταραχή χρήσης αλκοόλ, κάνναβης, κοκαΐνης, νικοτίνης, οπιοειδών, καθώς και για «άλλες» διαταραχές (π.χ. διεγερτικά, ηρεμιστικά/υπνωτικά, εισπνεόμενα κ.ά.). Όταν οι ερευνητές ένωσαν όλες τις διαταραχές σε ένα σύνθετο καταληκτικό σημείο, ο σχετικός κίνδυνος παρέμενε χαμηλότερος. Πέρα όμως από τους σχετικούς δείκτες, σημασία έχει και το τι μεταφράζεται αυτό στην πράξη: για τη σύνθετη έκβαση όλων των διαταραχών χρήσης ουσιών, οι αγωνιστές GLP-1 συνδέθηκαν με περίπου 6,6 λιγότερα νέα περιστατικά ανά 1.000 άτομα σε βάθος τριετίας. Δηλαδή, σε πρακτικούς όρους, περίπου 6–7 λιγότερες νέες διαγνώσεις ανά 1.000 ανθρώπους μέσα σε τρία χρόνια. Το μοτίβο αυτό φάνηκε συνολικά παρόμοιο και σε διαφορετικές υποομάδες του πληθυσμού, όπως ανά ηλικία, φύλο, φυλή, BMI, HbA1c και τύπο αγωνιστή GLP-1.

Το δεύτερο σκέλος της μελέτης εστίασε σε άτομα που ήδη ζούσαν με διαταραχή χρήσης ουσιών, διερευνώντας αν η έναρξη θεραπείας με GLP-1 θα μπορούσε να συνδέεται με καλύτερη κλινική πορεία. Στην ανάλυση αυτή συμπεριλήφθηκαν 81.617 άτομα με διαβήτη τύπου 2 και διάγνωση διαταραχής χρήσης ουσιών μέσα στον προηγούμενο χρόνο: 16.768 ξεκίνησαν GLP-1 και 64.849 SGLT-2. Στην ομάδα αυτή, οι αγωνιστές GLP-1 συσχετίστηκαν με λιγότερες επισκέψεις στα επείγοντα, λιγότερες νοσηλείες λόγω διαταραχής χρήσης ουσιών και χαμηλότερη θνητότητα που σχετιζόταν με αυτήν. Παράλληλα, καταγράφηκε μειωμένος κίνδυνος για υπερδοσολογία και για αυτοκτονικό ιδεασμό ή απόπειρα. Και εδώ οι απόλυτες διαφορές έχουν ιδιαίτερο βάρος: για παράδειγμα, οι επισκέψεις στα επείγοντα μειώθηκαν κατά περίπου −8,92 ανά 1.000 σε τρία χρόνια, ενώ ο αυτοκτονικός ιδεασμός/απόπειρα κατά περίπου −9,95 ανά 1.000. Οι ερευνητές εξέτασαν επίσης την «προσκόλληση» στη θεραπεία και βρήκαν αποτελέσματα στην ίδια κατεύθυνση με αυτά της απλής έναρξης.

Συνεπώς, ένα φάρμακο σχεδιασμένο για τον μεταβολισμό μπορεί να έχει ευρύτερες νευροβιολογικές επιδράσεις — κάτι που συνάδει με την ιδέα ότι η πείνα, η επιβράβευση, οι παρορμήσεις και ο εθισμός μοιράζονται κοινούς νευρωνικούς μηχανισμούς στον εγκέφαλο. Επιπλέον, πραγματικά δεδομένα μεγάλης κλίμακας μπορούν να ανοίξουν δρόμους για νέες θεραπευτικές στρατηγικές σε πεδία όπου οι ανάγκες είναι τεράστιες, όπως οι διαταραχές χρήσης ουσιών.

Παρόλα αυτά να τονίσουμε ότι πρόκειται για μια παρατηρητική μελέτη, οπού ο πληθυσμός ήταν βετεράνοι με διαβήτη τύπου 2 (κατά κύριο λόγο άνδρες και μεγαλύτερης ηλικίας), άρα η γενίκευση σε άλλους πληθυσμούς δεν είναι αυτόματη. Αν τα ευρήματα επιβεβαιωθούν, οι αγωνιστές GLP-1 μπορεί να αποκτήσουν ρόλο όχι μόνο στη ρύθμιση του σακχάρου, αλλά και –συμπληρωματικά– στην πρόληψη και αντιμετώπιση διαταραχών χρήσης ουσιών.

4ο Πανελλήνιο Συνέδριο και Παγκόσμια Ημέρα Σπάνιων Παθήσεων

4ο Πανελλήνιο Συνέδριο και Παγκόσμια Ημέρα Σπάνιων Παθήσεων
medlabnews.gr iatrikanea

Η Παγκόσμια Ημέρα Σπάνιων Παθήσεων καθιερώθηκε το 2008 από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Σπανίων Παθήσεων (EURORDIS) και τιμάται έκτοτε την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου (28/2), με σκοπό την ευαισθητοποίηση του κοινού και την ενίσχυση του συστήματος υγείας σχετικά με τους πάσχοντες από σπάνιο νόσημα, την πρόληψη και τη θεραπεία τους. Κύριος στόχος είναι η άμεση πρόσβαση των ασθενών με σπάνιες παθήσεις στην ολιστική φροντίδα υγείας και η βελτίωση της ποιότητας ζωής τους. Η βελτίωση στην παροχή υγειονομικής φροντίδας για τις Σπάνιες Παθήσεις αποτελεί μία μεγάλη πρόκληση λόγω της σχετικής έλλειψης επιδημιολογικών και επιστημονικών δεδομένων.

Ένα νόσημα θεωρείται σπάνιο όταν προσβάλει 5 στα 10.000 άτομα στο γενικό πληθυσμό και περισσότερες από 8.000 νόσοι έχουν καταγραφεί έως σήμερα ως σπάνιες. Υπολογίζεται ότι περίπου 10% του γενικού πληθυσμού θα προσβληθεί κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της ζωής του. Δηλαδή, περίπου 30 εκατομμύρια άνθρωποι στην Ευρωπαϊκή ένωση και περίπου 1 εκατομμύριο Έλληνες προσβάλλονται ή πρόκειται να προσβληθούν από μια σπάνια ασθένεια.

Απαιτείται συνεργασία πολλών ειδικοτήτων και μόνο με διεπιστημονική προσέγγιση μπορεί να διαγνωστούν και αντιμετωπιστούν έγκαιρα. Τα Κέντρα Εμπειρογνωμοσύνης Σπανίων Νοσημάτων διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις για τη διάγνωση, την περίθαλψη, την παρακολούθηση και τη διαχείριση αυτών των ασθενών. Διαθέτουν τον απαραίτητο εξοπλισμό, παρέχουν υψηλό επίπεδο υπηρεσιών υγείας, διαμορφώνουν τις κατευθυντήριες οδηγίες και συμβάλλουν στην προώθηση της έρευνας, διασφαλίζοντας ότι η παρεχόμενη περίθαλψη έχει ως επίκεντρο τον ασθενή. Συνεργάζονται συστηματικά με τους συλλόγους των ασθενών, αλλά και με άλλα κέντρα και δίκτυα σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στο πλαίσιο της ενασχόλησης με τις Σπάνιες Παθήσεις, ολοκληρώθηκαν με επιτυχία οι εργασίες του 4ου Πανελληνίου Συνεδρίου που διοργανώθηκε από τη Μονάδα Πλασματοκυτταρικών Δυσκρασιών και το Κέντρο Εμπειρογνωμοσύνης στην Αμυλοείδωση της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και πραγματοποιήθηκε στις 13-15 Φεβρουαρίου 2026 στην Αθήνα και του οποίου τις εργασίες παρακολούθησαν 383 άτομα με φυσική παρουσία και 221 άτομα εξ’ αποστάσεως.

Σκοπός του συνεδρίου ήταν η παρουσίαση των τελευταίων επιστημονικών εξελίξεων στη διάγνωση, την πρόγνωση και τη θεραπεία σπανίων αιματολογικών νεοπλασιών.

Η πρώτη ημέρα ξεκίνησε με τον χαιρετισμό του Διευθυντή της Θεραπευτικής Κλινικής, Καθηγητή Μελέτιο-Αθανάσιο Δημόπουλο και του Καθηγητή Ευάγγελου Τέρπου. Ακολούθησαν συνεδρίες σχετικά με σπάνια νεοπλάσματα των Β-λεμφοκυττάρων, όπου συζητήθηκαν οι εξελίξεις στη θεραπεία του λεμφώματος μανδύα, οι ιδιαιτερότητες του λεμφώματος Burkitt και τα υψηλής κακοήθειας Β-λεμφώματα με πλασμαβλαστική μορφολογία. Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη βέλτιστη επιλογή πρώτης γραμμής θεραπείας και στις προκλήσεις που θέτουν οι επιθετικές μορφές της νόσου. Ακολούθησε στρογγυλό τραπέζι για τα σπάνια λεμφοκυτταρικά νεοπλάσματα των Τ-κυττάρων, με αναφορά στο Τ-λέμφωμα που σχετίζεται με εντεροπάθεια, στο Τ-λέμφωμα με TFH φαινότυπο και στο εξωλεμφαδενικό λέμφωμα από NK/T κύτταρα, αναδεικνύοντας τη σημασία της ακριβούς παθολογοανατομικής και μοριακής διάγνωσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η ενότητα για τα μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα, με αναφορά στο παρόν και το μέλλον της ropeginterferon στην αληθή πολυκυτταραιμία και άλλα μυελοϋπερπλαστικά νεοπλάσματα. Επίσης συζητήθηκαν οι επίκτητες διαταραχές πήξης που εμφανίζονται σε ασθενείς με αιματολογικά νεοπλάσματα, αναδεικνύοντας τη σύνθετη διαχείριση αυτών των περιστατικών. Στην ειδική συνεδρία για τις διφαινοτυπικές λευχαιμίες αναλύθηκαν οι διαγνωστικές δυσκολίες και οι θεραπευτικές επιλογές, ενώ η ενότητα για τα σπάνια αιματολογικά νοσήματα περιέλαβε την ιδιοπαθή πολυκεντρική νόσο Castleman, τη συστηματική μαστοκυττάρωση και την ιστιοκυττάρωση Langerhans. Η ημέρα ολοκληρώθηκε με συζήτηση για τα σπάνια νεοπλάσματα της μυελικής σειράς, εστιάζοντας στη διακριτή γραμμή μεταξύ CCUS και μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων, καθώς και στη διάγνωση και θεραπεία της ηωσινοφιλικής λευχαιμίας, ενώ παρουσιάστηκαν και σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις στο πολλαπλούν μυέλωμα, με έμφαση στην εξατομίκευση της αγωγής και στη χρήση νεότερων βιολογικών παραγόντων.

Η δεύτερη ημέρα επικεντρώθηκε κυρίως στις μονοκλωνικές γαμμαπάθειες κλινικής σημασίας και στα σπάνια πλασματοκυτταρικά νεοπλάσματα. Αναπτύχθηκαν οι νεότερες προσεγγίσεις στη διάγνωση και ταξινόμηση της μονοκλωνικής γαμμαπάθειας νεφρικής σημασίας (MGRS), οι νευροπάθειες που σχετίζονται με μονοκλωνικές γαμμαπάθειες, καθώς και οι δερματικές εκδηλώσεις αυτών των διαταραχών, αναδεικνύοντας τη συστηματική τους διάσταση. Στην ενότητα για τα σπάνια πλασματοκυτταρικά νεοπλάσματα συζητήθηκαν το μυέλωμα του κεντρικού νευρικού συστήματος, το μονήρες πλασματοκύττωμα και το σύνδρομο POEMS.

Ξεχωριστή θέση στο πρόγραμμα κατείχε η ενότητα για τη Μακροσφαιριναιμία Waldenström, που συντόνισε η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Ογκολογίας Μαρία Γαβριατοπούλου και ο Καθηγητής Ευστάθιος Καστρίτης, με παρουσίαση της βιολογίας της νόσου από το στάδιο της IgM MGUS έως την εγκατεστημένη συμπτωματική νόσο, καθώς και με εκτενή συζήτηση για τις θεραπευτικές επιλογές πρώτης γραμμής, μέσα από διαδραστικό debate. Επιπλέον, αναλύθηκαν οι ασυνήθεις επιπλοκές της νόσου, όπως η κρυοσφαιριναιμία, η νόσος εκ ψυχροσυγκολλητινών, το σύνδρομο Bing-Neel και η μετατροπή της νόσου, δίνοντας έμφαση στην έγκαιρη αναγνώριση και στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση.

Το Συνέδριο αυτό αποτέλεσε ένα σημαντικό επιστημονικό γεγονός, φέρνοντας στο προσκήνιο τα τελευταία ερευνητικά και θεραπευτικά δεδομένα για τα σπάνια αιματολογικά νεοπλάσματα. Η ανταλλαγή γνώσεων και εμπειριών μεταξύ ειδικών επιβεβαίωσε τη σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας στο πλαίσιο λειτουργίας εξειδικευμένων κέντρων για τη βελτίωση της διάγνωσης και της θεραπείας αυτών των σύνθετων νοσημάτων.

Εξατομικευμένη Iατρική: Μία από τις πιο δυναμικές εξελίξεις στη σύγχρονη ογκολογία

Εξατομικευμένη Iατρική: Μία από τις πιο δυναμικές εξελίξεις στη σύγχρονη ογκολογία
medlabnews.gr iatrikanea

Η εξατομικευμένη ιατρική αποτελεί μία από τις πιο δυναμικές εξελίξεις στη σύγχρονη ογκολογία, καθώς επιδιώκει να προσαρμόσει τη θεραπεία στις γενετικές και βιολογικές ιδιαιτερότητες κάθε ασθενούς. Αντί για μια «θεραπεία για όλους», η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην κατανόηση των μοριακών μηχανισμών που οδηγούν στην ανάπτυξη και εξέλιξη του καρκίνου, με στόχο πιο αποτελεσματικές θεραπείες και λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ), παραθέτουν τα σημαντικότερα δεδομένα.

Τα τελευταία δέκα χρόνια, η πρόοδος στον τομέα της γονιδιωματικής υπήρξε εντυπωσιακή. Από την ανάλυση λίγων μόνο γονιδίων, η κλινική πράξη έχει περάσει στη χρήση εκτεταμένων πάνελ εκατοντάδων γονιδίων, ενώ τεχνολογίες όπως η αλληλούχιση ολόκληρου του εξώματος ή του γονιδιώματος διερευνώνται όλο και περισσότερο. Παράλληλα, η επιστημονική κοινότητα έχει προχωρήσει από την απλή αναγνώριση γενετικών μεταλλάξεων-οδηγών του καρκίνου στην ανάπτυξη και έγκριση στοχευμένων φαρμάκων για συγκεκριμένες μοριακές αλλοιώσεις.

Σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της εξατομικευμένης θεραπείας έχουν διαδραματίσει και οι λεγόμενες «basket trials», κλινικές δοκιμές που βασίζονται στο μοριακό προφίλ του όγκου και όχι στο όργανο προέλευσης. Επιπλέον, έχουν εγκριθεί θεραπείες με «ογκολογικά ανεξάρτητο» χαρακτήρα, οι οποίες μπορούν να χορηγηθούν σε ασθενείς με διαφορετικούς τύπους καρκίνου, εφόσον φέρουν την ίδια γενετική αλλοίωση. Παρ’ όλα αυτά, η εξατομικευμένη ογκολογία βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και αναμένεται να γίνει πολύ πιο αποτελεσματική τα επόμενα χρόνια.

Ένα από τα βασικά διδάγματα της μέχρι τώρα εμπειρίας είναι ότι οι μονοθεραπείες σπάνια προσφέρουν μακροχρόνια αποτελέσματα, ακόμη και όταν στοχεύουν σε έναν βασικό μοριακό «οδηγό» του καρκίνου. Έτσι, η έρευνα στρέφεται ολοένα και περισσότερο στην κατανόηση των μηχανισμών αντοχής στις θεραπείες και στην ανακάλυψη βιοδεικτών που προβλέπουν ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν περισσότερο. Η γνώση αυτή ανοίγει τον δρόμο για ορθολογικούς συνδυασμούς φαρμάκων που θα μπορούσαν να προσφέρουν πιο διαρκή οφέλη.

Καθώς ο όγκος των διαθέσιμων δεδομένων αυξάνεται ραγδαία, καθίσταται απαραίτητη η ύπαρξη συστημάτων υποστήριξης αποφάσεων για τους γιατρούς. Πλαίσια αξιολόγησης της πληροφορίας από τις γονιδιωματικές εξετάσεις, βάσεις δεδομένων που συνδέουν γενετικές αλλοιώσεις με διαθέσιμες θεραπείες και κλινικές δοκιμές, καθώς και μοριακά ογκολογικά συμβούλια, συμβάλλουν στο να μεταφραστεί η επιστημονική γνώση σε πραγματικό όφελος για τον ασθενή.

Ιδιαίτερη αισιοδοξία προκαλούν οι νέες στρατηγικές βιοδεικτών, ειδικά για δύσκολα αντιμετωπίσιμους καρκίνους. Η διεύρυνση των θεραπευτικών επιλογών για μεταλλάξεις σε γονίδια όπως το KRAS, που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν «μη στοχεύσιμες», αναμένεται να ωφελήσει μεγάλο αριθμό ασθενών. Παράλληλα, νέες κατηγορίες φαρμάκων που στοχεύουν την επιφάνεια των καρκινικών κυττάρων —όπως τα συζεύγματα αντισώματος-φαρμάκου, τα διειδικά αντισώματα και οι θεραπείες CAR T— έχουν ήδη μεταμορφώσει την πρόγνωση ορισμένων νοσημάτων.

Η επόμενη φάση της εξατομικευμένης ογκολογίας αναμένεται να βασιστεί σε ακόμη πιο σύνθετες αναλύσεις, όπως RNA πάνελ, πρωτεομική και προηγμένες τεχνικές ανοσοϊστοχημείας, καθώς και σε νέους τρόπους εξατομίκευσης της ανοσοθεραπείας. Ωστόσο, μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις παραμένει η σωστή κλινική εφαρμογή: ποια εξέταση πρέπει να γίνεται, πώς ερμηνεύονται τα αποτελέσματα και πώς ενημερώνεται ο ασθενής για όλες τις διαθέσιμες θεραπευτικές επιλογές, τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Το μέλλον της εξατομικευμένης θεραπείας του καρκίνου διαγράφεται ιδιαίτερα ελπιδοφόρο. Η αναμενόμενη έκρηξη νέων στοχευμένων θεραπειών, η εξέλιξη των μοριακών διαγνωστικών τεχνολογιών και η καλύτερη ενοποίηση δεδομένων μέσα από συνεργασίες μεταξύ ιδρυμάτων και φαρμακευτικής βιομηχανίας αναμένεται να αλλάξουν ριζικά το τοπίο. Η αξιοποίηση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης, τόσο για την επιστημονική ανακάλυψη όσο και για την υποστήριξη κλινικών αποφάσεων, μπορεί να επιτρέψει στο σύστημα υγείας να «μαθαίνει» από κάθε ασθενή και να προσφέρει όλο και πιο στοχευμένες και αποτελεσματικές θεραπείες.

Copyright © 2015-2026 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων