επιμέλεια medlabnews.gr iatrikanea
Μία από τις πιο δύσκολες και διχαστικές δίκες των τελευταίων ετών στις ΗΠΑ βρίσκεται ένα βήμα πριν από το αδιέξοδο.
Η 36χρονη Lindsay Clancy, πρώην νοσηλεύτρια μαιευτηρίου στη Μασαχουσέτη, δεν αρνείται ότι το 2023 προκάλεσε τον θάνατο των τριών μικρών παιδιών της, της 5χρονης Cora, του 3χρονου Dawson και του μόλις 8 μηνών Callan.
Ωστόσο, το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι ένορκοι δεν είναι απλώς «το έκανε;».
Είναι πολύ δυσκολότερο:
Καταλάβαινε πραγματικά το άδικο αυτού που έκανε και μπορούσε να ελέγξει τη συμπεριφορά της ή βρισκόταν σε μια τόσο βαριά ψυχιατρική κατάσταση ώστε να μην έχει ποινικό καταλογισμό;
Το ερώτημα έχει αποδειχθεί τόσο δύσκολο ώστε την Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου οι 12 ένορκοι επέστρεψαν για έβδομη ημέρα διαβουλεύσεων, χωρίς ακόμη να έχουν καταλήξει σε ετυμηγορία. Την προηγουμένη, η επικεφαλής των ενόρκων ενημέρωσε τον δικαστή ότι ένας ένορκος συγκρούεται με τους υπόλοιπους 11 σχετικά με την εφαρμογή των οδηγιών περί «εύλογης αμφιβολίας». Ο ίδιος ο δικαστής William Sullivan αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στον «έναν ένορκο ή τους 11», χωρίς ωστόσο να γνωρίζουμε ποια πλευρά υποστηρίζει η κάθε ομάδα.
Δεν συζητούν αν σκότωσε τα παιδιά – Συζητούν αν είχε καταλογισμό
Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη λεπτομέρεια για την κατανόηση της υπόθεσης.
Η υπεράσπιση δεν υποστηρίζει ότι κάποιος άλλος ευθύνεται. Υποστηρίζει ότι η Clancy έπασχε από βαριά περιγεννητική ψυχική νόσο και ψυχωτική διαταραχή και επομένως δεν ήταν ποινικά υπεύθυνη για τις πράξεις της.
Η εισαγγελία, αντίθετα, υποστηρίζει ότι παρά την αναμφισβήτητη ψυχιατρική επιβάρυνσή της, ήξερε τι έκανε, καταλάβαινε ότι ήταν λάθος και ενήργησε με σχεδιασμό.
Και κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο θέσεις βρίσκονται σήμερα οι 12 ένορκοι.
Τι ακριβώς προβλέπει ο νόμος της Μασαχουσέτης
Εδώ υπάρχει μια σημαντική διαφορά από ό,τι συνήθως καταλαβαίνουμε όταν ακούμε τη λέξη «αθώα».
Σύμφωνα με τις επίσημες οδηγίες των δικαστηρίων της Μασαχουσέτης, ένας άνθρωπος δεν θεωρείται ποινικά υπεύθυνος όταν, εξαιτίας ψυχικής νόσου ή διαταραχής, στερείται ουσιωδώς είτε της ικανότητας να αντιληφθεί την εγκληματικότητα ή το άδικο της πράξης του είτε της ικανότητας να συμμορφώσει τη συμπεριφορά του στις απαιτήσεις του νόμου.
Ακόμη σημαντικότερο: όταν τίθεται σοβαρά το ζήτημα του καταλογισμού, η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος να αποδείξει πέρα από εύλογη αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος ήταν ποινικά υπεύθυνος.
Επομένως, η ψυχιατρική διάγνωση από μόνη της δεν αθωώνει κανέναν.
Αλλά ούτε αρκεί να πει η εισαγγελία ότι η Clancy γνώριζε διανοητικά τι έκανε. Το δικαστήριο ζητά να εξεταστεί αν είχε ουσιαστική κατανόηση της νομικής ή ηθικής σημασίας των πράξεών της.
Το στοιχείο που ενισχύει πολύ την υπεράσπιση: ζητούσε βοήθεια πριν από την τραγωδία
Η ψυχιατρική ιστορία της Clancy δεν εμφανίστηκε μετά τους θανάτους των παιδιών ως μια εύκολη υπερασπιστική γραμμή.
Για μήνες πριν από το περιστατικό είχε απευθυνθεί επανειλημμένα σε επαγγελματίες ψυχικής υγείας και είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρικό πρόγραμμα.
Σύμφωνα με ανασκόπηση των δικαστικών εγγράφων από το Boston Globe, μέσα σε περίπου τέσσερις μήνες της είχαν συνταγογραφηθεί 13 διαφορετικά ψυχιατρικά φάρμακα και περισσότερες από 30 συνταγές, από πολλούς διαφορετικούς επαγγελματίες και δομές.
Η υπεράσπιση υποστηρίζει ότι υπήρξε κατακερματισμένη φροντίδα, αλλεπάλληλες αλλαγές φαρμάκων και αποτυχία έγκαιρης αναγνώρισης μιας σοβαρότερης διαταραχής.
Χρειάζεται όμως ιδιαίτερη προσοχή εδώ:
Το γεγονός ότι συνταγογραφήθηκαν πολλά διαφορετικά φάρμακα δεν αποδεικνύει ότι τα φάρμακα προκάλεσαν την ψύχωση ή τους θανάτους.
Ούτε γνωρίζουμε ότι λάμβανε ταυτόχρονα και τα 13. Το ίδιο το Boston Globe επισημαίνει ότι οι θεράποντες άλλαζαν, διέκοπταν ή τροποποιούσαν τις αγωγές και δεν είναι σαφές πόσα φάρμακα λάμβανε ταυτόχρονα.
Αυτό που αποδεικνύει το ιστορικό είναι κάτι διαφορετικό: ότι υπήρχε σοβαρό και επίμονο ψυχιατρικό πρόβλημα πολύ πριν από το έγκλημα.
Δύο ομάδες ειδικών – Δύο εντελώς διαφορετικές εικόνες της ίδιας γυναίκας
Εδώ η δίκη γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα από ψυχιατρική άποψη.
Ο γνωστός ιατροδικαστικός ψυχίατρος Dr Phillip Resnick, μάρτυρας της υπεράσπισης, κατέθεσε ότι θεωρεί πως η Clancy ήταν σαφώς ψυχωτική την ημέρα των γεγονότων και ότι δεν είχε ουσιαστικό έλεγχο της συμπεριφοράς της.
Ο ψυχολόγος Paul Zeizel, επίσης για την υπεράσπιση, κατέληξε ότι δεν μπορούσε να αντιληφθεί το άδικο των πράξεών της.
Ακριβώς αντίθετη ήταν η εκτίμηση ειδικών της κατηγορούσας αρχής.
Ο forensic psychologist Dr Kirk Heilbrun κατέθεσε ότι, κατά την άποψή του, η Clancy δεν βρισκόταν σε οξεία ψύχωση την ώρα των εγκλημάτων. Δέχθηκε ότι υπήρχε σοβαρή ψυχική νόσος και εκτίμησε ότι είχε διπολική διαταραχή τύπου ΙΙ, αλλά θεώρησε ότι εξακολουθούσε να αντιλαμβάνεται το σωστό και το λάθος.
Άλλος ειδικός της εισαγγελίας, ο ψυχίατρος Avram Mack, επίσης δεν διαπίστωσε επαρκείς ενδείξεις ψύχωσης ή μανιακού επεισοδίου κατά το κρίσιμο διάστημα και θεώρησε ότι, παρά τη σοβαρή ψυχική νόσο, διατηρούσε την ικανότητα ελέγχου και διάκρισης του σωστού από το λάθος.
Αυτό εξηγεί γιατί η υπόθεση είναι τόσο δύσκολη:
Οι ειδικοί συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό ότι η γυναίκα ήταν σοβαρά ψυχικά ασθενής. Διαφωνούν στο πιο κρίσιμο σημείο: πόσο είχε επηρεαστεί η επαφή της με την πραγματικότητα ακριβώς όταν πέθαναν τα παιδιά.
Τι είναι η επιλόχεια ψύχωση;
Η επιλόχεια ψύχωση δεν είναι το ίδιο πράγμα με την επιλόχεια κατάθλιψη.
Πρόκειται για σπάνια αλλά εξαιρετικά σοβαρή ψυχιατρική κατάσταση, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει μανία, βαριά κατάθλιψη με ψυχωτικά χαρακτηριστικά, παραληρητικές πεποιθήσεις, ψευδαισθήσεις, σύγχυση, διαταραχή της σκέψης και σημαντική απώλεια της κρίσης.
Η συχνότητά της υπολογίζεται περίπου σε 1 έως 2 περιπτώσεις ανά 1.000 τοκετούς, αν και οι εκτιμήσεις διαφέρουν ανάλογα με τον ορισμό και τη μεθοδολογία των μελετών. Θεωρείται ψυχιατρικό επείγον.
Μάλιστα, πολύ πρόσφατη διεθνής συναίνεση ειδικών που δημοσιεύθηκε το 2026 στο Biological Psychiatry υποστηρίζει ότι η επιλόχεια ψύχωση αποτελεί ιδιαίτερη κλινική οντότητα με στενή σχέση με το φάσμα της διπολικής διαταραχής. Περίπου στις μισές περιπτώσεις πρώτου επεισοδίου επιλόχειας ψύχωσης, αυτό αποτελεί ταυτόχρονα και την πρώτη εκδήλωση διπολικής διαταραχής.
Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα στην περίπτωση Clancy: το παιδί ήταν ήδη 8 μηνών
Αυτό είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα επιστημονικά σημεία της υπόθεσης και δεν πρέπει να παραλειφθεί.
Η κλασική επιλόχεια ψύχωση έχει συνήθως πολύ γρήγορη έναρξη, συχνά μέσα στις πρώτες ημέρες και εβδομάδες μετά τον τοκετό. Η σύγχρονη διεθνής consensus statement την περιγράφει ως νόσο που εμφανίζεται εντός εβδομάδων από τον τοκετό.
Το μικρότερο παιδί της Clancy ήταν όμως 8 μηνών όταν συνέβη η τραγωδία.
Αυτό δεν σημαίνει από μόνο του ότι δεν υπήρχε ψύχωση ή σοβαρή περιγεννητική ψυχική νόσος. Σημαίνει όμως ότι η διάγνωση μιας κλασικής, οξείας επιλόχειας ψύχωσης με έναρξη οκτώ μήνες μετά τον τοκετό δεν είναι η τυπική κλινική εικόνα.
Και αυτό αποτελεί ένα επιστημονικό επιχείρημα που δικαιολογεί τουλάχιστον μέρος της διαφωνίας μεταξύ των ειδικών.
Ταυτόχρονα, όμως, η σύγχρονη ψυχιατρική συνδέει στενά την επιλόχεια ψύχωση με το διπολικό φάσμα, ενώ η Clancy είχε παρουσιάσει σοβαρή και εξελισσόμενη ψυχιατρική συμπτωματολογία τους μήνες πριν από τους θανάτους.
Μπορεί λοιπόν η επιστήμη να αποφασίσει αν είναι «ένοχη ή αθώα»;
Όχι. Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη απάντηση.
Η ψυχιατρική μπορεί να εκτιμήσει:
- αν υπήρχε ψυχική νόσος,
- αν υπήρχε ψύχωση,
- αν είχε διαταραχθεί η αντίληψη της πραγματικότητας,
- αν η ικανότητα κρίσης και αυτοελέγχου ήταν σημαντικά μειωμένη.
Δεν μπορεί όμως να εκδώσει νομική ετυμηγορία.
Το «criminally responsible» είναι νομική και όχι ιατρική έννοια, κάτι που αναφέρουν ρητά ακόμη και οι επίσημες οδηγίες της Μασαχουσέτης.
Και η περίπτωση Clancy δείχνει ακριβώς πόσο δύσκολη μπορεί να γίνει η γραμμή ανάμεσα στην ψυχιατρική νόσο και στην ποινική ευθύνη.
Αν ήταν ψυχωτική, σημαίνει αυτομάτως ότι ήταν ακαταλόγιστη;
Όχι.
Αυτό είναι ένα συχνό λάθος στη δημόσια συζήτηση.
Ψύχωση δεν σημαίνει αυτομάτως νομικό ακαταλόγιστο.
Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει σοβαρή ψυχιατρική διάγνωση και παρ' όλα αυτά να διατηρεί επαρκή ικανότητα να κατανοήσει ότι μια πράξη είναι παράνομη ή ηθικά λανθασμένη και να ελέγξει τη συμπεριφορά του.
Από την άλλη πλευρά, μια βαριά ψυχωτική κατάσταση μπορεί πράγματι να αλλοιώσει σε τέτοιο βαθμό την αντίληψη της πραγματικότητας και την ικανότητα κρίσης ώστε να πληρούνται τα νομικά κριτήρια έλλειψης καταλογισμού.
Αυτό ακριβώς προσπαθούν να αποφασίσουν οι ένορκοι.
Οι 13 ψυχιατρικές αγωγές και το ερώτημα που μένει: μπορούσε να είχε προληφθεί;
Πέρα από το ερώτημα της ενοχής, η υπόθεση αναδεικνύει και ένα δεύτερο, ίσως ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα δημόσιας υγείας.
Η Clancy αναζητούσε θεραπεία.
Είχε επαφή με πολλούς επαγγελματίες, είχε λάβει σειρά διαγνώσεων και φαρμακευτικών αγωγών και είχε περάσει από ψυχιατρική νοσηλεία. Παρ' όλα αυτά, η ψυχική της κατάσταση εξακολούθησε να επιδεινώνεται.
Η υπεράσπιση θεωρεί ότι το σύστημα δεν κατάφερε να αναγνωρίσει εγκαίρως πόσο σοβαρή ήταν η κατάστασή της. Η εισαγγελία απορρίπτει την άποψη ότι οι αδυναμίες της περίθαλψης σημαίνουν ότι η Clancy δεν είχε ποινική ευθύνη.
Και οι δύο προτάσεις μπορούν να είναι ταυτόχρονα αληθινές:
Μπορεί να υπήρξαν σοβαρές αδυναμίες στη φροντίδα της και παρ' όλα αυτά το δικαστήριο να κρίνει ότι είχε καταλογισμό.
Ή οι ένορκοι μπορεί να θεωρήσουν ότι η ψυχική νόσος είχε φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε η εισαγγελία δεν απέδειξε πέρα από εύλογη αμφιβολία ότι ήταν ποινικά υπεύθυνη.
Ένας ένορκος απέναντι στους άλλους 11
Η εικόνα σήμερα είναι χαρακτηριστική του τεράστιου διλήμματος.
Οι ένορκοι έχουν ήδη δηλώσει δύο φορές ότι δυσκολεύονται να φτάσουν σε ομόφωνη απόφαση. Την έκτη ημέρα των διαβουλεύσεων αποκαλύφθηκε ότι η σύγκρουση επικεντρώνεται σε έναν ένορκο έναντι των άλλων 11.
Ο συνήγορος της Clancy ζήτησε την απομάκρυνσή του, θεωρώντας ότι δεν εφαρμόζει σωστά τις οδηγίες του δικαστή περί εύλογης αμφιβολίας. Ο δικαστής αρνήθηκε, δήλωσε ότι δεν μπορεί να πάρει το μέρος «του ενός ή των 11» και επανέλαβε στους ενόρκους τις νομικές οδηγίες.
Δεν έχει δημοσιοποιηθεί αξιόπιστα ποια ετυμηγορία υποστηρίζουν οι 11 και ποια ο ένας.
Αν το αδιέξοδο παραμείνει, ο δικαστής μπορεί τελικά να κηρύξει τη διαδικασία άκυρη λόγω αδυναμίας επίτευξης ομόφωνης ετυμηγορίας.
Ένοχη ή αθώα λοιπόν;
Από επιστημονική άποψη, τα μέχρι σήμερα στοιχεία επιτρέπουν να πούμε με αρκετά μεγάλη βεβαιότητα ότι η Lindsay Clancy αντιμετώπιζε σοβαρή ψυχιατρική νόσο.
Δεν επιτρέπουν όμως σε έναν εξωτερικό παρατηρητή να αποφανθεί με αντίστοιχη βεβαιότητα ότι πληρούσε ή δεν πληρούσε το συγκεκριμένο νομικό κριτήριο έλλειψης καταλογισμού τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Ακόμη και οι ειδικοί που εξέτασαν όλα τα στοιχεία και κατέθεσαν ενόρκως στο δικαστήριο κατέληξαν σε αντίθετα συμπεράσματα.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η αιτία που η υπόθεση έχει συγκλονίσει τόσο πολύ την αμερικανική κοινή γνώμη:
Δεν ζητά από τους ενόρκους να αποφασίσουν αν συνέβη ένα έγκλημα. Τους ζητά να αποφασίσουν πού σταματά η ψυχική νόσος και πού αρχίζει η ποινική ευθύνη.
Και μέχρι στιγμής, ούτε οι ίδιοι μπορούν να συμφωνήσουν.




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου