επιμέλεια medlabnews.gr
Έφυγε στα 74 του ο ηθοποιός της «Λούφας και Παραλλαγής» και του «Ρεμπέτικου». Οι δύο αφορισμοί που είχε αποκαλύψει, τα χρόνια μακριά από το σινεμά, η εντυπωσιακή επιστροφή και το όνειρο που έστησε στις σκουριασμένες ράγες της Κυπαρισσίας.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος είχε μια ζωή που δύσκολα χωρά σε ένα τυπικό βιογραφικό. Μπορεί το ευρύ κοινό να τον θυμάται από τη «Λούφα και Παραλλαγή», το «Ρεμπέτικο», το «Μάθε παιδί μου γράμματα» ή το τηλεοπτικό «Κάμπινγκ», πίσω όμως από τους γνωστούς ρόλους υπήρχε μια πολύ πιο ασυνήθιστη διαδρομή.
Είχε αποκαλύψει ότι τον είχαν αφορίσει δύο φορές, είχε μείνει για μεγάλο διάστημα ουσιαστικά μακριά από τον κινηματογράφο, επέστρεψε για να κερδίσει ξανά βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου και αργότερα εγκαταστάθηκε στον τόπο του, όπου μετέτρεψε έναν παλιό σιδηροδρομικό σταθμό σε χώρο πολιτισμού.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος πέθανε σε ηλικία 74 ετών. Σύμφωνα με την ΕΡΤ, τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και τις τελευταίες ημέρες νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο Κυπαρισσίας, όπου άφησε την τελευταία του πνοή. Καταγόταν από το Χαλαζόνι Τριφυλίας και είχε γεννηθεί το 1952 στα Φιλιατρά Μεσσηνίας.
«Με αφορίσανε»: Η ιστορία που είχε διηγηθεί ο ίδιος
Μία από τις πιο ασυνήθιστες ιστορίες της ζωής του την είχε αποκαλύψει ο ίδιος το 2014, όταν εμφανίστηκε στην τηλεοπτική εκπομπή «Καρντάσιανς».
Ο Καλογερόπουλος είχε πει ότι είχε αφοριστεί δύο φορές.
Η πρώτη, σύμφωνα με τη δική του αφήγηση, ήταν προσωπική και συνδεόταν με τον «Μπαμπούλα», ένα θεατρικό έργο που είχε ανεβάσει νέος και σατίριζε την Αγροτική Τράπεζα και την Εκκλησία, οι οποίες στο έργο διεκδικούσαν το αμπέλι ενός αγρότη.
Ο ίδιος τοποθετούσε το γεγονός γύρω στο 1975 και είχε περιγράψει ότι στον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο διαβάστηκαν εναντίον του οι σχετικές εκκλησιαστικές κατάρες. Μιλώντας δεκαετίες αργότερα για το περιστατικό, έλεγε χαρακτηριστικά ότι η εμπειρία τον είχε «τσακίσει».
Υπάρχει πάντως μια μικρή χρονολογική διαφοροποίηση στις διαθέσιμες πηγές: σε παλαιότερο βιογραφικό του αναφέρεται ότι ο «Μπαμπούλας» παίχτηκε το 1976 στο θέατρο «Κάβα».
Ο δεύτερος, «ομαδικός» αφορισμός
Ο δεύτερος αφορισμός που περιέγραφε ο ίδιος ήταν πολύ διαφορετικός.
Συνδεόταν με τον «Χριστό Ξανασταυρώνεται», την τηλεοπτική μεταφορά του έργου του Νίκου Καζαντζάκη, στην οποία έκανε μία από τις πρώτες εμφανίσεις της καριέρας του το 1975.
Ο Καλογερόπουλος τον χαρακτήριζε «ομαδικό αφορισμό» και τον αφηγούνταν με το ιδιαίτερο χιούμορ του, λέγοντας ότι αφορίστηκαν οι συντελεστές της παραγωγής, «οι ηθοποιοί, οι σκηνοθέτες, μέχρι και το γαϊδούρι».
Η αναφορά στους δύο αφορισμούς πρέπει να αποδίδεται στον ίδιο τον ηθοποιό, καθώς αυτή είναι η πρωτογενής βάση της ιστορίας που έχει διασωθεί σε δημοσιεύματα και αποσπάσματα της τηλεοπτικής του συνέντευξης.
Από παιδί που χτυπούσε την καμπάνα σε σκληρό επικριτή
Η ιστορία έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον επειδή ο Καλογερόπουλος δεν μεγάλωσε μακριά από την Εκκλησία.
Όπως είχε αφηγηθεί, όταν ήταν παιδί ο ιερέας πήγαινε στο σπίτι του από τα χαράματα για να τον ξυπνήσει ώστε να χτυπήσει την καμπάνα. Ο ίδιος έλεγε ότι η Εκκλησία υπήρξε αρχικά για εκείνον ένα είδος «σχολείου», προτού αρχίσει να διαμορφώνει μια πολύ πιο κριτική στάση απέναντι στον θεσμό.
Χρόνια αργότερα θα έλεγε ότι δεν πήγαινε στην εκκλησία, αλλά «με τον Θεό μιλάω κάθε μέρα», αποτυπώνοντας ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη φράση τη διάκριση που έκανε ανάμεσα στην προσωπική πίστη και στον εκκλησιαστικό θεσμό.
Η εκρηκτική είσοδος στο ελληνικό σινεμά
Ο Νίκος Καλογερόπουλος μπήκε στον κινηματογράφο σχετικά αργά, αλλά η άνοδός του ήταν γρήγορη.
Το 1981 εμφανίστηκε στο «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θόδωρου Μαραγκού και απέσπασε το Β΄ Βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ακολούθησαν το «Άρπα Colla», το «Ρεμπέτικο», όπου τιμήθηκε για την ερμηνεία του, και το 1984 η «Λούφα και Παραλλαγή», για την οποία απέσπασε το Βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου.
Ήταν μια φυσιογνωμία που δύσκολα περνούσε απαρατήρητη. Η χαρακτηριστική φωνή, η λαϊκότητα, το χιούμορ και ένας σχεδόν μόνιμος υπόγειος σαρκασμός τον έκαναν να μοιάζει συχνά περισσότερο με πραγματικό άνθρωπο που βρέθηκε ξαφνικά μπροστά στην κάμερα παρά με ηθοποιό που «έπαιζε» έναν ρόλο.
Και αυτό έγινε τελικά ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά του.
Η ταινία που δεν βγήκε ποτέ και η μεγάλη αποχή
Και ενώ φαινόταν να έχει βρει τη θέση του στο ελληνικό σινεμά, η πορεία του πήρε μια απροσδόκητη στροφή.
Το 1986 επιχείρησε να γυρίσει την πρώτη δική του ταινία. Η ταινία, σύμφωνα με παλαιότερο εκτενές βιογραφικό του, δεν έφθασε ποτέ στις κινηματογραφικές αίθουσες.
Στην ίδια πηγή η περίοδος που ακολούθησε περιγράφεται ως 16 χρόνια «εκτός» κινηματογράφου, με την επιστροφή του να τοποθετείται το 2000 με την ταινία «Ένας κι ένας».
Η αναφορά στα «16 χρόνια» προέρχεται από εκείνο το βιογραφικό και καλό είναι να διατηρείται ως τέτοια, καθώς υπάρχουν καταγεγραμμένες επιμέρους συμμετοχές του στη φιλμογραφία της περιόδου. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι ο ίδιος είχε μιλήσει αργότερα για τη συνειδητή, μακρά απουσία του από τηλεόραση και κινηματογράφο.
Επέστρεψε και κέρδισε ξανά το Α΄ Βραβείο
Η επιστροφή είχε κάτι σχεδόν κινηματογραφικό.
Με το «Ένας κι ένας» το 2000 ο Καλογερόπουλος επέστρεψε δυναμικά και τιμήθηκε ξανά με βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου.
Στη διάρκεια των χρόνων κατά τα οποία βρισκόταν μακριά από το προσκήνιο δεν είχε σταματήσει να δημιουργεί. Έγραφε θέατρο και ποίηση, ενώ ασχολήθηκε επίσης με τη μουσική και το τραγούδι.
Είχε εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Θετή ταυτότης» και «Επιστρόφια», ενώ τη δεκαετία του 1990 κυκλοφόρησε και τη μουσική δουλειά «Τα Δέοντα».
«Η τέχνη χωρίς πολιτική δεν έχει νόημα»
Ο Καλογερόπουλος δεν αντιμετώπιζε την τέχνη απλώς ως επάγγελμα.
Σε εκτενή συνέντευξή του το 2011 είχε εκφράσει ανοιχτά τις πολιτικές και κοινωνικές του απόψεις, με τον τίτλο της συνέντευξης να συμπυκνώνει ίσως ολόκληρη τη φιλοσοφία του:
«Η τέχνη, χωρίς πολιτική, δεν έχει νόημα».
Ακόμη και η σχέση του με την εμπορική πλευρά της δουλειάς ήταν ιδιόρρυθμη. Στην ίδια συνέντευξη είχε διηγηθεί ότι είχε αρνηθεί πολύ μεγάλη αμοιβή για διαφήμιση, επειδή δεν ήθελε να ταυτιστεί με το προϊόν που θα διαφήμιζε. Δήλωνε ότι είχε μάθει να ζει λιτά και αυτοχαρακτηριζόταν, με τον δικό του τρόπο, «γιος του Διογένη».
Το Τρενοτεχνείο: Όταν ένας σκουριασμένος σταθμός έγινε όνειρο
Ίσως, όμως, το πιο προσωπικό έργο του Νίκου Καλογερόπουλου να μην ήταν κινηματογραφικό.
Στον εγκαταλελειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό της Κυπαρισσίας δημιούργησε το «Τρενοτεχνείον», έναν ιδιαίτερο χώρο πολιτισμού, μουσικής, θεάτρου και καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Σε συνέντευξη που είχε δώσει εκεί το 2013 εξηγούσε ότι το σκεφτόταν επί χρόνια και ότι όταν τελικά αποφάσισε να το πραγματοποιήσει, μάζεψε τα πράγματά του και τα μετέφερε στις παλιές εγκαταστάσεις του σταθμού.
«Στο Τρενοτεχνείο κουβάλησα ό,τι είχα και δεν είχα», ήταν η φράση που είχε χρησιμοποιήσει.
Το όνειρο δεν ήταν μόνο δικό του. Μιλούσε για φίλους που βοήθησαν, για μουσικούς που θα εμφανίζονταν εκεί και για την ανάγκη να «ανθίσει άλλο ένα λουλούδι» πολιτισμού στον τόπο του. Από τον χώρο πέρασαν στη συνέχεια σημαντικοί καλλιτέχνες της ελληνικής μουσικής σκηνής.
Ο βανδαλισμός που τον πλήγωσε
Το Τρενοτεχνείο έμελλε να γίνει και η αιτία μιας από τις πιο οδυνηρές στιγμές των τελευταίων χρόνων του.
Τον Δεκέμβριο του 2024 άγνωστοι εισέβαλαν στον χώρο και προκάλεσαν εκτεταμένες καταστροφές. Καρέκλες, τραπέζια, μουσικά όργανα, αρχεία, αφίσες και άλλα αντικείμενα καταστράφηκαν. Ο ίδιος ο Καλογερόπουλος ανακάλυψε τις ζημιές την παραμονή των Χριστουγέννων και κατέθεσε μήνυση.
Για έναν άνθρωπο που είχε επενδύσει στον χώρο όχι απλώς χρήματα αλλά χρόνια προσωπικής προσπάθειας, το πλήγμα ήταν ιδιαίτερα βαρύ.
Πολύ περισσότερος από τη «Λούφα και Παραλλαγή»
Ο εύκολος τρόπος να θυμηθεί κανείς τον Νίκο Καλογερόπουλο είναι μέσα από τους γνωστούς του ρόλους.
Ο πιο ενδιαφέρων τρόπος είναι διαφορετικός.
Να θυμηθεί τον νεαρό ηθοποιό που έλεγε πως αφορίστηκε για ένα σατιρικό θεατρικό έργο. Τον καλλιτέχνη που απομακρύνθηκε για χρόνια από τη μεγάλη οθόνη και επέστρεψε για να βραβευτεί ξανά. Τον ποιητή και τραγουδοποιό που δεν περιορίστηκε στην υποκριτική. Και, τελικά, τον άνθρωπο που γύρισε στη Μεσσηνία και προσπάθησε να κάνει πολιτισμό μέσα σε έναν εγκαταλειμμένο σιδηροδρομικό σταθμό.
Ο Νίκος Καλογερόπουλος δεν ακολούθησε μια τακτοποιημένη καλλιτεχνική διαδρομή.
Είχε συγκρούσεις, αποτυχίες, απουσίες και επιστροφές. Είχε έναν προσωπικό τρόπο να μιλά για την πολιτική, την Εκκλησία, την τέχνη και την ίδια τη ζωή, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση να γίνει αρεστός σε όλους.
Και ίσως τελικά αυτό να εξηγεί γιατί, δεκαετίες μετά τη «Λούφα και Παραλλαγή», παρέμενε τόσο εύκολα αναγνωρίσιμος.
Όχι μόνο για τους ρόλους του.
Αλλά επειδή ο ίδιος έμοιαζε πάντα να είναι ένας από τους πιο αντισυμβατικούς χαρακτήρες που πέρασαν από το ελληνικό σινεμά.




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου