Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αναιμία σε μεγάλες ηλικίες. Με ποια νοσήματα σχετίζεται η αναιμία χρόνιας νόσου, της χρόνιας φλεγμονής;

της Κλεοπάτρας Ζουμπουρλή, μοριακής βιολόγου,  medlabnews.gr iatrikanea

Η αναιμία στις μεγάλες ηλικίες τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες είναι συχνό εύρημα και οι επιπτώσεις της στην νοσηρότητα και θνησιμότητα των ατόμων αυτών δεν έχει επαρκώς εκτιμηθεί.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO) ως αναιμία ορίζουμε την κατάσταση του αίματος κατά την οποία η τιμή της αιμοσφαιρίνης είναι χαμηλότερη των 13,5g% στους άνδρες και χαμηλότερη των 12g% στις γυναίκες.
H αναιμία χρόνιας νόσου ή όπως αλλιώς ονομάζεται η αναιμία της χρόνιας φλεγμονής αρχικά συσχετίστηκε με λοιμώδη, φλεγμονώδη και νεοπλασματικά νοσήματα. Αργότερα όμως, παρατηρήθηκε ότι η αναιμία χρονίας νόσου συναντάται και σε άλλες καταστάσεις όπως, στο βαρύ τραύμα, στα καρδιαγγειακά νοσήματα, στο σακχαρώδη διαβήτη, στον υπερ/υπoθυρεοειδισμό και στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.

Τα συνηθέστερα νοσήματα που μπορεί να συνοδεύονται από αναιμία χρόνιας νόσου είναι: 

1) οι λοιμώξεις (HIV, φυματίωση, μυκητιάσεις, ελονοσία, οστεομυελίτιδα, χρόνια αποστήματα, σήψη), 
2) τα φλεγμονώδη νοσήματα (π.χ. ρευματοειδής αρθρίτιδα, συστηματικές αγγειίτιδες, φλεγμονώδης νοσήματα εντέρου, σαρκοείδωση) και 
3) τα κακοήθη νεοπλάσματα συμπαγών οργάνων, τα λεμφώματα και το πολλαπλούν μυέλωμα.

Η διάγνωση της αναιμίας χρόνιας νόσου τίθεται κατά κανόνα εξ’ αποκλεισμού. Συνήθως είναι ορθοκυτταρική, ορθόχρωμη, αλλά σε ποσοστό 25% μπορεί να είναι μικροκυτταρική, ειδικά όταν υπάρχει σιδηροπενία λόγω ταυτόχρονης απώλειας αίματος. Είναι συνήθως ηπίου προς μετρίου βαθμού και συχνά απαιτείται εξέταση του μυελού των οστών προκειμένου να αποκλειστούν άλλα αίτια για την ύπαρξη της αναιμίας. Από τον εργαστηριακό έλεγχο δείκτες όπως, οι MCV και MCHC βρίσκονται συνήθως σε φυσιολογικά επίπεδα, ενώ η φεριτίνη αυξημένη. Η σιδηροδεσμευτική ικανότητα (TBIC) είναι ελαττωμένη και ο μυελός των οστών εμφανίζει αιμοσιδηρίνη με φυσιολογική κυτταροβρίθεια και αυξημένα πλασματοκύτταρα.

H αναιμία χρόνιας νόσου είναι συνήθως ορθόχρωμη, και δεν επηρεάζει τις άλλες κυτταρικές σειρές. Η διαφορική διάγνωση θα πρέπει να περιλαμβάνει: 
α) τη χρόνια σιδηροπενία, 
β) τα θαλασσαιμικά σύνδρομα, 
γ) τις σιδηροβλαστικές παραλλαγές των μυελοδυσπλαστικών συνδρόμων, 
δ) η φαρμακογενής καταστολή του μυελού. Η μέτρηση του σιδήρου, της τρανσφερίνης και της φεριτίνης δεν μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Το ιστορικό του ασθενούς (οξεία ή χρόνια φλεγμονώδη νόσος) και στοιχεία που να μην αναφέρουν απώλεια αίματος συνηγορούν για την εν λόγω αναιμία.

Η φλεγμονή, γενικά, είναι παθολογική διεργασία, που μπορεί να οδηγήσει σε αναιμία. Οι σχετιζόμενες με τη φλεγμονή κυτταροκίνες, όπως αναφέρθηκε επάγουν την παραγωγή πρωτεϊνών οξείας φάσης, που αντικατοπτρίζουν την ενεργότητα της φλεγμονής. Η απουσία απόκρισης των προδρόμων μορφών των ερυθροκυττάρων στο ερέθισμα της ερυθροποιητίνης, που είναι μειωμένη, καθώς και
η ελαττωμένη κινητοποίηση του σιδήρου από τα μακροφάγα ευθύνονται κυρίως για την αναιμία της φλεγμονής.
Οι κύριες αιματολογικές διαταραχές που εμφανίζονται στα χρόνια φλεγμονώδη ρευματικά νοσήματα μπορεί να είναι η αναιμία διαφόρου αιτιολογίας, οι διαταραχές των λευκοκυττάρων, των αιμοπεταλίων και της πηκτικότητας και τα αιματολογικά κακοήθη νοσήματα. Τα χρόνια φλεγμονώδη ρευματικά νοσήματα που σχετίζονται με αναιμία χρόνιας νόσου είναι κυρίως η ρευματοειδής αρθρίτιδα (ΡΑ), ο συστηματικός ερυθηματώδης λύκος (ΣΕΛ), η πολυμυοσίτιδα, η οζώδης πολυαρτηρίτιδα καθώς και τα ιδιοπαθή φλεγμονώδη νοσήματα του εντέρου (νόσος του Crohn και ελκώδης κολίτις).

Συμπτώματα προκαλούμενα από αναιμία.

  • Καταβολή
  • Ζάλη
  • Κεφαλαλγία
  • Διαταραχές του ύπνου
  • Ψυχρά άκρα
  • Ανορεξία
  • Αδυναμία συγκέντρωσης
  • Αίσθημα παλμών και δύσπνοια μετά από μικρή κόπωση
  • Κατάθλιψη

Θεραπεία της αναιμίας χρόνιας νόσου

Έχει αναφερθεί ήδη ότι η αναιμία γενικά θα πρέπει να θεωρείται σύμπτωμα υποκείμενης νόσου και στις περισσότερες φορές δεν έχει νόημα η ανάταξή της χωρίς την αντιμετώπιση του παράγοντος που την προκάλεσε.
Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις η ανάταξη της αναιμίας χωρίς την αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου θεωρείται σοβαρό ιατρικό λάθος. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σχετικά είναι ανάπτυξη σιδηροπενικής αναιμίας από νεόπλασμα του παχέος εντέρου (ιδιαίτερα του ανιόντος). Η χορήγηση σιδήρου στην μεθαιμορραγική αυτή αναιμία μόνο, χωρίς την διερεύνηση χειρουργικής επέμβασης στερεί στον ασθενή την δυνατότητα πλήρους ίασης.

Για τους ασθενείς με αναιμία χρονίας νόσου η χορήγηση ερυθροποιητίνης με συγχορήγηση σιδήρου είναι η θεραπεία επιλογής για επιλεγμένους ασθενείς της ομάδος αυτής. Στους ασθενείς με χρονία νεφρική ανεπάρκεια η χορήγηση ερυθροποιητίνης με σίδηρο έχει καθιερωθεί από δεκαετίας σχεδόν και έχουν εκδοθεί σχετικά οι κατευθυντήριες οδηγίες. Για τους ασθενείς με χρονία φλεγμονή η χορήγηση ερυθροποιητίνης είναι μια επιλογή αλλά δεν έχει καθιερωθεί, ούτε υπάρχουν κατευθυντήριες οδηγίες. Για τους ασθενείς με χρονία καρδιακή ανεπάρκεια σε μία πρόσφατη μελέτη από το National Heart and Lung Institute του Λονδίνου, αναφέρεται ότι στους ασθενείς με χρονία καρδιακή ανεπάρκεια η χαμηλή αιμοσφαιρίνη συνδέεται με λειτουργικούς περιορισμούς και η ανάταξη της αναιμίας σε τιμές υψηλότερες από 11,5gr με ερυθροποιητίνη και σίδηρο έχει ως αποτέλεσμα την βελτίωση του ασθενούς τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Διαβάστε επίσης

CRP, C αντιδρώσα πρωτεΐνη. Η εξέταση για διάγνωση φλεγμονής και πρόληψη καρδιακής προσβολής


του Αλέξανδρου Γιατζίδη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea


Μια υψηλή ή αυξανόμενη τιμή της CRP στο αίμα σημαίνει ότι έχετε οξεία λοίμωξη ή φλεγμονή. Αν τα επίπεδα της CRP στο αίμα μειωθούν, αυτό σημαίνει ότι αναρρώνετε και ότι η φλεγμονή μειώνεται.

Άτομα με αυξημένα επίπεδα CRP αντιμετωπίζουν τριπλάσιο κίνδυνο καρδιακής προσβολής σε σχέση με εκείνους που έχουν χαμηλά επίπεδα.
Η C Αντιδρώσα Πρωτεΐνη  (C-Reactive Protein ή CRP) είναι μια από τις κυριότερες πρωτεΐνες οξείας φάσης που συνθέτει ο οργανισμός μας όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια φλεγμονώδη κατάσταση. Πρόκειται δηλαδή για μια σημαντική συνιστώσα του ανοσολογικού συστήματος του οργανισμού μας. Για τον λόγο αυτό χαρακτηρίζεται ως πρωτεΐνη οξείας φάσης, όρος που χαρακτηρίζει εκείνες τις πρωτεΐνες που η συγκέντρωση τους αυξάνει κατά τουλάχιστον 25% κατά την διάρκεια της φλεγμονής.

Ονομάζεται έτσι επειδή διαπιστώθηκε το 1930 από τους Tillet και Francis ότι στο αίμα ασθενούς με οξεία πνευμονία σχηματιζόταν ίζημα παρουσία του πολυσακχαρίτη C της μεμβράνης του πνευμονόκοκκου και των ιόντων ασβεστίου.

Η CRP συντίθεται στο ήπαρ κατά την εξέλιξη οξέων επεισοδίων, όπως λοιμώξεις, κακοήθειες, αρθρίτιδα και άλλες φλεγμονώδεις καταστάσεις και τα επίπεδά της αντανακλούν τον βαθμό της ιστικής βλάβης ή το μέγεθος της φλεγμονώδους κατάστασης. Η CRP απελευθερώνεται συνήθως μέσα σε 6 ώρες από το ερέθισμα, το οποίο αν σταματήσει να επιδρά τότε οι τιμές της επανέρχονται στα φυσιολογικά επίπεδα εντός περίπου 4 ημερών.

Ο προσδιορισμός της CRP χρησιμεύει στη διάγνωση μολυσματικών και φλεγμονωδών καταστάσεων. Οι γρήγορες χαρακτηριστικές αυξήσεις της CRP συμβαίνουν μετά από φλεγμονή, μόλυνση, τραύμα, νέκρωση ιστού, κακοήθειες και αυτοάνοσες διαταραχές.
Λόγω της ευαισθησίας της, η CRP έχει καθιερωθεί σαν ένας δείκτης ύπαρξης φλεγμονώδους κατάστασης στους ιστούς του σώματος.
Λόγω του μεγάλου αριθμού των συνθηκών που μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδα της CRP η αύξηση της CRP δεν υποδεικνύει μια συγκεκριμένη ασθένεια. Π.χ. αυξάνει στη ρευματοειδή αρθρίτιδα, στη ρευματική πολυμυαλγία ή στη γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα.

Ο κατάλογος των νοσημάτων, που προκαλούν αυξημένη CRP είναι μακρύς.

Ενδεικτικά αναφέρουμε:

1. Αποστήματα οδόντων και φλεγμονές στόματος
2. Συστηματικές λοιμώξεις
3. Εστιακές φλεγμονές
4. Ρευματολογικά νοσήματα
5. Φλεγμονώδη νοσήματα εντέρου
6. Καρκινώματα
7. Αυτοάνοσα νοσήματα
8. Νοσήματα αίματος
9. Κοκκιωματώδεις νόσοι
10. Τραύματα

Ορισμένα άτομα έχουν φυσιολογικώς αυξημένα επίπεδα CRP.
Παρόλο που η εξέταση CRP δεν είναι ειδική αρκετά ώστε να διαγνώσει κάποια συγκεκριμένη ασθένεια, εξυπηρετεί σαν ένας γενικός δείκτης για λοίμωξη και φλεγμονή, έτσι ώστε να θέτει σε επαγρύπνηση τους ιατρούς για περαιτέρω εξετάσεις και θεραπεία οι οποίες μπορεί να είναι απαραίτητες.

Τα επίπεδα της CRP μπορούν να αυξηθούν στα τελευταία στάδια της εγκυμοσύνης καθώς και με την χρήση χαπιών ελέγχου της κύησης ή με την θεραπεία ορμονικής αποκατάστασης (πχ. Οιστρογόνα). Υψηλότερα επίπεδα της CRP έχουν επίσης παρατηρηθεί και σε παχύσαρκους.
Υψηλότερες τιμές CRP σχετίζονται με αυξημένο δείκτη σωματικής μάζας, με την ινσουλινοαντοχή και με το μεταβολικό σύνδρομο. Η τιμή της CRP είναι προγνωστική, ως ανεξάρτητος παράγοντας, για την ανάπτυξη σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2, ενώ μειώνεται με την βελτίωση της ινσουλινοαντοχής, την απώλεια βάρους και την σωματική άσκηση. Οι στατίνες ελαττώνουν την τιμή της CRP, ανεξαρτήτως της επίδρασης τους στο λιπιδαιμικό προφίλ, γεγονός που πιθανώς να εξηγεί την καδιοπροστατευτική δράση τους σε άτομα με φυσιολογικές τιμές LDL αλλά υψηλές τιμές CRP.
Μία άλλη εξέταση για την παρακολούθηση της φλεγμονής ονομάζεται  ταχύτητα καθίζησης των ερυθρών (ESR). Και στις δύο εξετάσεις η CRP είναι αυξημένη παρουσία φλεγμονής. Ωστόσο, η μεταβολή των επιπέδων της CRP μπορεί να γίνεται πιο σύντομα σε σχέση την μεταβολή στην ESR. Έτσι, η CRP ίσως πέσει σε φυσιολογικά επίπεδα αν γίνει η θεραπεία επιτυχώς, όπως σε μία αρθρίτιδα, αλλά η ESR μπορεί να παραμένει μη φυσιολογική για περισσότερο χρόνο.

Μεγάλη η σημασία που διαδραματίζει η CRP και στα καρδιαγγειακά νοσήματα, αναδεικνύοντας τον ρόλο της στις διεργασίες αθηροσκλήρωσης και αθηροθρομβογένεσης, με αποτέλεσμα την αύξηση των πιθανοτήτων ανάπτυξης καταστροφικών καρδιαγγειακών επεισοδίων.

Σχεδόν 50% των καρδιακών προσβολών και των εγκεφαλικών επεισοδίων, συμβαίνουν σε άτομα που είναι φαινομενικά υγιή και έχουν κανονικά ή ακόμη και χαμηλά επίπεδα χοληστερίνης.

Άτομα με αυξημένα επίπεδα CRP αντιμετωπίζουν τριπλάσιο κίνδυνο καρδιακής προσβολής σε σχέση με εκείνους που έχουν χαμηλά επίπεδα.

Τα επίπεδα της CRP έχουν αποδειχθεί σε πολλές έρευνες ότι έχουν προγνωστική αξία για μελλοντικό κίνδυνο καρδιακής προσβολής, εγκεφαλικού επεισοδίου, ξαφνικού καρδιακού θανάτου και αρτηριακών προβλημάτων. Επίσης, τα επίπεδα της έχουν προγνωστική αξία σε ασθενείς με επαναλαμβανόμενα επεισόδια στεφανιαίας νόσου και για αυτούς στην οξεία φάση εμφράγματος του μυοκαρδίου.
Πρόσφατα, τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών (CDC) των Ηνωμένων Πολιτειών και η Αμερικανική Εταιρεία Καρδιολογίας (AHA) εξέδωσαν οδηγίες για τη μέτρηση της Υψηλής Ευαισθησίας CRP (hs-CRP) ως μέρος της πρόληψης σφαιρικού κινδύνου για μελλοντικά καρδιαγγειακά προβλήματα.

Τα κριτήρια που τοποθετήθηκαν για τη μέτρηση της hs-CRP είναι τα ακόλουθα:

•   Επίπεδα χαμηλότερα από 1 mg/dl ο κίνδυνος για μελλοντικό καρδιαγγειακό επεισόδιο είναι χαμηλός.
•   Επίπεδα από 1-3 mg/dl ο κίνδυνος είναι μέτριος.
•   Επίπεδα μεγαλύτερα από 3 mg/dl ο κίνδυνος είναι ψηλός.

Ως εκ τούτου, οι ειδικοί θεωρούν ότι η μέτρηση της «υψηλής ευαισθησίας» CRP (hs-CRP) μπορεί να χρησιμοποιηθεί πλέον ως ένας πρώιμος διαγνωστικός δείκτης κινδύνου εμφάνισης στεφανιαίας νόσου, παράλληλα με τον έλεγχο και των άλλων παραγόντων κινδύνου (σακχάρου, χοληστερίνης, ομοκυστεΐνης, κάπνισμα, υψηλή πίεση κλπ.)

Η πιο σημαντική όμως χρήση της CRP είναι η ανίχνευση του ψηλού κινδύνου σε άτομα που δεν έχουν άλλο παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακό πρόβλημα.

Διαβάστε επίσης


Μέλι και κανέλα. Τα πολλά καλά στην υγεία που κάνει ο συνδυασμός τους,

της Κασσιανής Τσώνη, medlabnews.gr iatrikanea
Οι επιστήμονες έχουν επιβεβαιώσει ότι το μέλι είναι αρκετά αποτελεσματικό στη θεραπεία πολλών ασθενειών. Όταν συνδυάζεται με κανέλα είναι ακόμη πιο ισχυρό. Αυτός ο συνδυασμός μπορεί να σας βοηθήσει να καταπολεμήσετε τους ιούς, την υψηλή χοληστερόλη και το σάκχαρο του αίματος.
Είτε το πιστεύετε είτε όχι, ο συνδυασμός μελιού και κανέλας μπορεί να δράσει ευεργετικά έναντι καρδιαγγειακών παραγόντων κινδύνου σε υγιείς αλλά και σε άτομα με αυξημένους παράγοντες κινδύνου. Σε σχετικές μελέτες φάνηκε πως σε υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα, η μέτρια κατανάλωση μελιού αντί ζάχαρης μείωσε ήπια το σωματικό βάρος και λίπος τους, την ολική και την ‘κακή’ χοληστερόλη τους, και τα τριγλυκερίδια. Αποτελώντας λοιπόν μια θαυμάσια πηγή ενέργειας και υδατανθράκων για παιδιά και αθλητές το μέλι οφείλει να είναι ενταγμένο στο καθημερινό διαιτολόγιο.
Η κανέλα έχει εκπληκτικές ιδιότητες για την υγεία μας. Είναι αντιμικροβιακή και παρεμποδίζει την ανάπτυξη μυκήτων που είναι ανθεκτικοί σε φαρμακευτική αγωγή. Όταν προστίθεται στα τρόφιμα, σταματά την ανάπτυξη μικροβίων, είναι δηλαδή φυσικό συντηρητικό. Διατηρεί τα επίπεδα της χοληστερίνης χαμηλά, είναι φυσικό αντιπηκτικό και ανακουφίζει από τους πόνους της αρθρίτιδας, ιδίως όταν συνδυάζεται με μέλι.
Διεγείρει την έκκριση ινσουλίνης και την επακόλουθη διαχείριση του σακχάρου στο αίμα, δρώντας προληπτικά κατά του διαβήτη τύπου 2. Επίσης φαίνεται ότι αυξάνει τη ροή του αίματος προς τον εγκέφαλο, κρατώντας μας σε εγρήγορση και ενισχύοντας τη μνήμη. Είναι εξαιρετική πηγή θρεπτικών στοιχείων, όπως μαγγάνιο, σίδηρο, ασβέστιο και φυτικές ίνες.
Όταν όμως καταναλώνουμε καθημερινά κανέλα και σε μεγάλες ποσότητες θα πρέπει να επιλέγουμε την κανέλα Κεϋλάνης και όχι την κασσία και αυτό εξαιτίας της κουμαρίνης που περιέχεται σε μεγάλο ποσοστό στην κασσία.
Επιπλέον, δείτε που μπορεί να βοηθήσει αυτός ο συνδυασμός
1. Αρθρίτιδα
Ανακατέψτε δύο κουταλιές της σούπας μέλι και ένα κουταλάκι του γλυκού κανέλα σε σκόνη σε ένα φλιτζάνι με βραστό νερό. Πιείτε το μείγμα το πρωί και το βράδυ. Με την τακτική κατανάλωση, ακόμη και η χρόνια αρθρίτιδα μπορεί να θεραπευτεί.
2. Ακμή
Ανακατέψτε το μέλι με λίγη κανέλα σε σκόνη και εφαρμόστε το μείγμα που προκύπτει απ ‘ευθείας πάνω στην ακμή πριν πάτε για ύπνο. Ξεβγάλτε το πρόσωπό σας, το επόμενο πρωί.
3. Στομαχόπονος
Το μέλι σε συνδυασμό με τη κανέλλα να θεραπεύσει πόνους στο στομάχι. Καταναλώστε το μείγμα τακτικά, προκειμένου να βοηθήσετε το έλκος του στομάχου.
4. Γρίπη
Το μέλι περιέχει φυσικά συστατικά που σκοτώνουν τους ιούς και προστατεύουν από τη γρίπη.
5. Μακροζωία
Η ημερήσια κατανάλωση του τσαγιού σε συνδυασμό με μέλι και κανέλα μπορεί να παρατείνει τη ζωή σας. Αναμείξτε 4 κουταλιές της σούπας μέλι, 1 κουταλάκι του γλυκού κανέλα σε σκόνη και 3 κουταλιές της σούπας νερό. Μαγειρέψτε το μείγμα όπως κάνετε το τσάι. Πιείτε ένα τέταρτο του φλιτζανιού τρεις έως τέσσερις φορές την ημέρα. Το δέρμα σας θα είναι απαλό και φρέσκο.
6. Μόλυνση του δέρματος
Ανακατέψτε το μέλι και με τη κανέλα και εφαρμόστε το μείγμα πάνω στα μέρη του δέρματος που επηρεάζονται από λοιμώξεις. Αφήστε το μείγμα για περίπου μισή ώρα πριν το ξέπλυμα με χλιαρό νερό.
7. Χοληστερόλη
Ανακατέψτε δύο κουταλιές της σούπας μέλι και τρία κουταλάκια του γλυκού κανέλα σε ένα μεγάλο φλιτζάνι τσαγιού. Μόλις πιείτε το τσάι, το επίπεδο της χοληστερόλης, θα πρέπει να μειωθεί κατά 10% μέσα σε δύο ώρες.
8. Οι καρδιακές παθήσεις
Κάντε μια πάστα από μέλι και κανέλα σε σκόνη. Απλώστε την πάστα σε μια φέτα ψωμί και να το τρώτε τακτικά ως πρωινό . Αυτό θα μειώσει τα επίπεδα της χοληστερόλης και θα αποτρέψει επίσης την καρδιακή προσβολή.
9. Κρύολόγημα
Σε περίπτωση που προσπαθείτε να απαλλαγείτε ένα κρυολόγημα, τότε καταναλώστε 1 κουταλιά της σούπας μέλι σε συνδυασμό με το ένα τέταρτο του από ένα κουταλάκι του γλυκού κανέλα. Καταναλώστε αυτό το μείγμα τρεις ημέρες στη σειρά. Ο υγιής συνδυασμός θα σας βοηθήσει να απαλλαγείτε από το κρύωμα, καθώς και τον χρόνιοο βήχα και τη φλεγμονή των κόλπων.
10. Ανοσοποιητικό σύστημα
Καταναλώστε τακτικά μέλι με κανέλα. Αυτός ο συνδυασμός θα ενισχύσει το ανοσοποιητικό σας σύστημα και θα προστατεύσει τον οργανισμό σας από τα βακτήρια και τους ιούς.
11. Υπογονιμότητα
2 κουταλάκια του γλυκού μέλι, καθημερινά πριν κοιμηθείτε, μπορεί να θεραπεύσει τη στειρότητα στους άνδρες. Οι γυναίκες, από την άλλη πλευρά, θα πρέπει να καταναλώνουνε λίγη κανέλα σε συνδυασμό με μισό κουταλάκι του γλυκού μέλι.
12. Χάστε βάρος
Βάλτε λίγο μέλι και κανέλα σε σκόνη σε ένα ποτήρι νερό και ανακατέψτε τα καλά. Πίνετε το μείγμα κάθε πρωί με άδειο στομάχι, μισή ώρα πριν από το πρωινό. Με την τακτική κατανάλωση, θα χάσετε βάρος ακόμη και τα άτομα που είναι παχύσαρκα.
13. Τριχόπτωση
Όσοι πάσχουν από τριχόπτωση ή φαλάκρα πρέπει να συγχέουμε το ένα κουταλάκι του γλυκού ελαιόλαδο, ένα κουταλάκι του γλυκού μέλι και ένα κουταλάκι του γλυκού κανέλα σε σκόνη. Απλώστε το μείγμα που προκύπτει στο στεφάνι και αφήστε το να δράσει για 15 λεπτά πριν να λούσετε τα μαλλιά σας.
14. Τσίμπημα εντόμου
Αναμείξτε ένα κουταλάκι του γλυκού μέλι και δύο κουταλάκια του γλυκού χλιαρό νερό. Προσθέστε ένα κουταλάκι του γλυκού κανέλα σε σκόνη. Μετά απλώστε το μείγμα που προκύπτει πάνω στην πληγείσα περιοχή με ήπιο μασάζ. Έχει αποδειχθεί ότι ο πόνος μειώνεται μέσα σε δύο λεπτά.
15. Πονόδοντος
Φτιάξτε ένα μείγμα από ένα κουταλάκι του γλυκού κανέλα σε σκόνη και πέντε κουταλάκια του γλυκού μέλι. Τοποθετήστε το μείγμα πάνω στο άρρωστο δόντι. Αυτό μπορεί να εφαρμοστεί μέχρι και τρεις φορές την ημέρα.
16. Καρκίνος
Πρόσφατη έρευνα έχει δείξει ότι το μέλι και η κανέλα μπορούν να βοηθήσουν στη θεραπεία του καρκίνου του στομάχου. Οι ασθενείς που πάσχουν από αυτό το είδος του καρκίνου θα πρέπει να καταναλώνουν ένα κουταλάκι του γλυκού μέλι μαζί με ένα κουταλάκι του γλυκού κανέλα σε σκόνη καθημερινά για τρεις ολόκληρους μήνες.
17. Κόπωση
Ανακατέψτε μισή κουταλιά της σούπας μέλι και μισή κουταλιά της σούπας κανέλα σε ένα φλιτζάνι νερό. Πιείτε το μίγμα το απόγευμα, όταν νιώθετε πιο κουρασμένοι. Καταναλώνοντας αυτό το μείγμα καθημερινά, θα μειώσετε σημαντικά το αίσθημα της κόπωσης.
Διαβάστε επίσης

Αυξημένο ουρικό οξύ και υπερουριχαιμία: πού οφείλεται, τι προκαλεί και πώς αντιμετωπίζεται


του Αλέξανδρου Γιατζίδη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

Το ουρικό οξύ αποτελεί τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών και παράγεται κατά κύριο λόγο στο ήπαρ και σε μικρότερο βαθμό στους νεφρούς και στο λεπτό έντερο.

Αποτελεί ένα ασθενές οξύ με χαμηλή διαλυτότητα στα σωματικά υγρά και κυκλοφορεί στο πλάσμα με ιονισμένη μορφή. Επιπλέον μια δράση του λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου σημαντική και κάθε άλλο πέρα από επιβλαβή είναι ότι αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ενδογενή αντιοξειδωτικά του οργανισμού. Η απέκκριση του από τον τελευταίο γίνεται κυρίως μέσω των ούρων, ενώ αποβάλλεται κατά 30% στα κόπρανα και ελαχίστως μέσω του ιδρώτα. Τα επίπεδα του επηρεάζονται κατά βάση από την ενδογενή παραγωγή πουρινών καθώς και από την ικανότητα της νεφρικής του απέκκρισης. Επιπρόσθετα παθολογικές καταστάσεις όπως ο υποπαραθυρεοειδισμός, η τοξικότητα από μόλυβδο, η νεφρική ανεπάρκεια ή οι παρενέργειες της χημειοθεραπείας και οι διατροφικές συνήθειες επηρεάζουν τα επίπεδα του. 

Οι φυσιολογικές τιμές του ουρικού είναι: 

  • Άντρες: (3,5-7,2 mg/dl), 
  • γυναίκες :2,6-6 mg/dl και 
  • παιδιά (2-5,5 mg/dl).

Αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στον οργανισμό προκαλούν υπερουριχαιμία. Η αύξηση στο ουρικό οξύ ονομάζεται στην ιατρική υπερουριχαιμία (hyperuricemia). Στην υπερουριχαιμία το ουρικό οξύ υπερβαίνει τα 7 mg/dl, στις μετρήσεις με ακριβείς μεθόδους ανίχνευσης, ενώ στις προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες τα όρια στο ουρικό οξύ είναι πιο χαμηλά και δεν ξεπερνούν τα 6mg/dl. Στη συνέχεια, η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει λόγω εναπόθεσης κρυστάλλων νατρίου σε διάφορα σημεία του σώματος, την εμφάνιση ουρικής αρθρίτιδας ή και να χειροτερέψει καταστάσεις παθολογικές όπως ο διαβήτης, η λευχαιμία και η αρτηριακή υπέρταση. 
Αν και ένα υψηλό επίπεδο ουρικού οξέος στο αίμα μπορεί να υποδεικνύει αυξημένο κίνδυνο ουρικής αρθρίτιδας, η σχέση μεταξύ υπερουριχαιμία και ουρική αρθρίτιδα είναι ασαφής. Πολλοί ασθενείς με υπερουριχαιμία δεν αναπτύσσουν ουρική αρθρίτιδα (ασυμπτωματική υπερουριχαιμία), ενώ μερικοί ασθενείς με επανειλημμένες επιθέσεις ουρική αρθρίτιδα έχουν φυσιολογική ή χαμηλή αρτηριακή επίπεδα ουρικού οξέος. Όντως, το επίπεδο ουρικού οξέος στο αίμα μειώνει συχνά κατά τη διάρκεια μιας οξείας επίθεσης της ουρικής αρθρίτιδας. 


H υπερουριχαιμία δύναται να είναι διατροφικής προέλευσης ή να οφείλεται σε απλούς μεταβολικούς παράγοντες. Είναι όμως δυνατόν να συνδέεται και με σοβαρά υποκείμενα νοσήματα. Έτσι, αύξηση στο ουρικό οξύ, δηλαδή υπερουριχαιμία, μπορούν να προκαλέσουν τα μυελο-υπερπλαστικά νοσήματα, η ψωρίαση, η αιμόλυση, τα νεφρικά νοσήματα. Για την αύξηση στο ουρικό οξύ μπορούν να ευθύνονται επίσης η υπέρταση, ο υποθυρεοειδισμός, ο υπερπαραθυρεοειδισμός, ο αλκοολισμός, η σαρκοείδωση, αλλά και η παχυσαρκία, οι χρόνιες στερητικές δίαιτες, οι παρενέργειες φαρμάκων και η τοξική δράση ουσιών. Συχνή στην υπερουριχαιμία είναι η παρεμβολή κληρονομικών παραγόντων.


Θεραπεία
Η αύξηση στο ουρικό οξύ, δηλαδή η υπερουριχαιμία, μπορεί να προκαλέσει ουρική αρθρίτιδα, βλάβες και λίθους στα νεφρά. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν παρουσιάζουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ευαισθησία στις βλαπτικές επιδράσεις της υπερουριχαιμίας, Οπότε, η απόφαση για θεραπεία με ειδικά φάρμακα αλλά και με αυστηρή διαιτητική αγωγή, εξαρτάται από το αίτιο και τις πιθανές επιπτώσεις της σε κάθε άτομο χωριστά, όπως διαφαίνεται με σαφήνεια μετά από λεπτομερή ιατρική αξιολόγηση.
Συνήθως στην ασυμπτωματική υπερουριχαιμία δεν απαιτείται αγωγή, αλλά συχνή παρακολούθηση της νεφρικής λειτουργίας
Η υπερουριχαιμία και η ουρική αρθρίτις συνοδεύονται με υπέρταση, παχυσαρκία, υπερλιπιδαιμία, αθηροσκλήρωση, κατάχρηση οινοπνεύματος. Η πρόληψη και θεραπεία αυτών των διαταραχών είναι απολύτως απαραίτητη στους ασθενείς με ουρική νόσο.
Αναφορικά με τη δίαιτα: όσο αυστηρή και αν είναι σε πουρίνες, δε μειώνει τα επίπεδα του ουρικού οξέος του αίματος πλέον των 1-2 mg. Πρόσφατα δεδομένα υποστηρίζουν ότι φαγητά πλέον εύληπτα, ο περιορισμός των θερμίδων με αύξηση του ποσού των πρωτεϊνών, η μείωση των κεκορεσμένων λιπών και η προοδευτική μείωση του σωματικού βάρους σε συνδυασμό προκαλούν ουσιώδη μείωση του ουρικού οξέος του αίματος.

Ο πάσχων από υπερουριχαιμία πρέπει σε πολλές περιπτώσεις να προσέχει τη διατροφή του. 

Να αποφεύγει 
  • το πλήρες γάλα και γιαούρτι και κρέμα γάλακτος, 
  • τα λιπαρά τρόφιμα (Τηγανίτες, βουτυρωμένο φρυγανισμένο ψωμί, μπισκότα, μάφινς, και πατάτες τηγανητές) 
  • το αλκοόλ, 
  • τα εντόσθια, 
  • τα οστρακοειδή, (αστακός, καραβίδες, γαρίδες, σκουμπρί, αθερίνα, παστά κρέατα και ψάρια, μύδια και στρείδια), 
  • τις αντσούγιες, 
  • την υπερκατανάλωση κρέατος και τα παράγωγα κρέατος, 
  • μαγιά,  
  • σούπες βασισμένες σε ζωμό κρέατος (μπουιγιόν και κονσομέ). 

Για να αντιμετωπιστεί η αύξηση στο ουρικό οξύ (υπερουριχαιμία) πρέπει επίσης ο πάσχων να αποφεύγει τις απότομες αυξομειώσεις βάρους και να πίνει αρκετό νερό.  

Όταν η υπερουριχαιμία συνδέεται με σοβαρό υποκείμενο νόσημα ή έχει προκαλέσει επιπλοκές από τα νεφρά ή τις αρθρώσεις η θεραπεία κατευθύνεται και προς την αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών.


Διαβάστε επίσης



Αρχική ανάρτηση: 10 Οκτωβρίου 2011 | Τελευταία επικαιροποίηση: 1 Σεπτεμβρίου 2026 | SEO επικαιροποίηση: 3 Σεπτεμβρίου 2026

Ουρικό οξύ, ουρική αρθρίτιδα και νεφρική βλάβη; Ποιοι κινδυνεύουν; Ποια η σωστή διατροφή;



Η ουρική αρθρίτιδα είναι μια κοινή και οδυνηρή πάθηση που προσβάλλει τις αρθρώσεις. Σχηματίζονται μικροί κρύσταλλοι μέσα και γύρω από την άρθρωση, προκαλώντας φλεγμονή, πόνο και πρήξιμο.
Αυτοί οι κρύσταλλοι σχηματίζονται από ένα από τα συνήθη απόβλητα που παράγονται από τον οργανισμό, το ουρικό οξύ. Κανονικά το σώμα αποβάλλει το επιπλέον ουρικό οξύ μέσω των νεφρών στα ούρα. Ωστόσο, αυτό δεν συμβαίνει αρκετά γρήγορα σε άτομα με ουρική αρθρίτιδα. Αυτό προκαλεί αύξηση των επιπέδων ουρικού οξέος και το σχηματισμό κρυστάλλων.

Η ουρική αρθρίτιδα (κοινώς ποδάγρα) είναι το αποτέλεσμα της εναπόθεσης σε αρθρώσεις, κρυστάλλων ουρικού μονονατρίου, λόγω υπερκορεσμού του αρθρικού υγρού σε ουρικό οξύ. Το ουρικό οξύ αποτελεί τελικό προϊόν του μεταβολισμού των πουρινών και παράγεται κατα κύριο λόγο στο ήπαρ και σε μικρότερο βαθμό στους νεφρούς και στο λεπτό έντερο. Αποτελεί ένα ασθενές οξύ με χαμηλή διαλυτότητα στα σωματικά υγρά και κυκλοφορεί στο πλάσμα με ιονισμενη μορφή. Επιπλέον μια δράση του λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου σημαντική και κάθε άλλο πέρα απο επιβλαβή είναι οτι αποτελεί ένα απο τα σημαντικότερα ενδογενή αντιοξειδωτικά του οργανισμού. Η απέκκριση του απο τον τελευταίο γίνεται κυρίως μέσω των ούρων, ενώ αποβάλλεται κατα 30% στα κόπρανα και ελαχίστως μέσω του ιδρώτα



Ποιοι επηρεάζονται από την ουρική αρθρίτιδα;

Υπάρχουν δύο κύριες ομάδες ατόμων που επηρεάζονται συνήθως από ουρική αρθρίτιδα:
• άνδρες ηλικίας μεταξύ 40 και 50 ετών
• ηλικιωμένοι που λαμβάνουν διουρητικά (γνωστά και ως «χάπια νερού» ή χάπια που βοηθούν το σώμα να αποβάλει νερό).
Η ουρική αρθρίτιδα είναι σπάνια σε προεμμηνοπαυσιακές γυναίκες και ο γιατρός σας μπορεί να επιθυμεί να διερευνήσει περαιτέρω τα συμπτώματά σας.

Ποια είναι τα συμπτώματα της ουρικής αρθρίτιδας;

Ένα επεισόδιο ουρικής αρθρίτιδας επέρχεται συνήθως πολύ γρήγορα, συχνά σε μια νύχτα. Η άρθρωση κοκκινίζει πολύ, πρήζεται και είναι εξαιρετικά επώδυνη. Συχνά η άρθρωση πονά έντονα όταν την ακουμπάτε. Η ουρική αρθρίτιδα προσβάλλει συνήθως μία άρθρωση κάθε φορά, συχνά την άρθρωση του μεγάλου δακτύλου του ποδιού. Άλλες αρθρώσεις μπορεί επίσης να προσβληθούν από ουρική αρθρίτιδα, όπως στα χέρια, τους καρπούς, τα γόνατα, τους αστραγάλους και τους αγκώνες.
Χωρίς θεραπευτική αγωγή, ένα επεισόδιο ουρικής αρθρίτιδας συνήθως διαρκεί περίπου μία εβδομάδα. Άλλο επεισόδιο μπορεί να μη συμβεί για μήνες ή ακόμη και χρόνια. Αν η ουρική αρθρίτιδα δεν ελέγχεται καλά, ο χρόνος μεταξύ επεισοδίων μπορεί να λιγοστεύει, τα επεισόδια να γίνονται πιο σοβαρά και οι αρθρώσεις μπορεί να πάθουν οριστική βλάβη. Μερικές φορές η ουρική αρθρίτιδα μπορεί να εξελιχθεί σε χρόνια (μακροπρόθεσμη) πάθηση, προκαλώντας:
  • μόνιμο ήπιο πόνο & φλεγμονή των αρθρώσεων που έχουν προσβληθεί 
  • τόφους - στερεές εναποθέσεις (εξογκώματα) κρυστάλλων ουρικού οξέος, ειδικά στα αυτιά, τα δάχτυλα, τα χέρια, τους βραχίονες, τα γόνατα και τον αγκώνα 
  • πέτρες στα νεφρά. 
Τι την προκαλεί;

Αυξημένη παραγωγή ουρικού οξέος:

  • Αυξημένη πρόσληψη πουρινών με την τροφή, δηλαδή αυξημένη κατανάλωση εντοσθίων (συκώτι, νεφρά), κρέατος μικρών ζώων με υψηλή περιεκτικότητα σε λίπος (κρέας από αρνί, κατσίκι), θαλασσινών, προιόντων κυνηγίου, φασόλια, σπανάκι, μανιτάρια, κουνουπίδι, αρακάς, σπαράγγια κ.α.
  • Αυξημένη κατανάλωση αλκοόλ.
  • Αυξημένη ανακύκλωση πυρηνοπρωτεινών που παρατηρείται σε ορισμένα αιματολογικά νοσήματα καθώς και σε άλλα νοσήματα όπως ψωρίαση.
  • Ύπαρξη γενετικών ανωμαλιών σε ένζυμα που συμμετέχουν στο μεταβολισμό του ουρικού οξέος.
  • Ιδιοπαθής υπερουριχαιμία (αύξηση της τιμής του ουρικού οξέος στο αίμα).

Ελαττωμένη αποβολή του ουρικού οξέος από τους νεφρούς:

  • Nεφρική βλάβη.
  • Διάφορα φάρμακα.
  • Καταστάσεις που προκαλούν μείωση του ph των ούρων.
  • Καταστάσεις οξέωσης (διαβητική, γαλακτική νηστεία).
Όλες οι καταστάσεις που αναφέρθηκαν, προκαλούν υπερουριχαιμία. Η αύξηση στο ουρικό οξύ ονομάζεται στην ιατρική υπερουριχαιμία. Υπάρχουν όμως και ασθενείς με αυξημένες τιμές ουρικού οξέος, που δεν εκδηλώνουν ποτέ ουρική αρθρίτιδα.
Αύξηση της συγκέντρωσης του ουρικού μπορεί να προκύψει είτε λόγω αυξημένης παραγωγής είτε λόγω μειωμένης απέκκρισης. Αυξημένη παραγωγή παρατηρείται επί συγγενών μεταλλάξεων σε ένζυμα του κύκλου των πουρινών. Επίσης σε κακοήθειες του αιμοποιητικού (π.χ. χρόνια μυελογενής λευχαιμία) παρατηρείται αυξημένη παραγωγή ουρικού, η οποία μπορεί να προκαλέσει σημαντική υπερουριχαιμία μετά τη χορήγηση χημειοθεραπείας (σύνδρομο λύσης όγκου). Η αυξημένη πρόσληψη πουρινών (π.χ. δίαιτα υψηλή σε κρέας) τείνει να αυξήσει τη συγκέντρωση ουρικού, όμως σπάνια προκαλεί σημαντική υπερουριχαιμία χωρίς τη συνύπαρξη και άλλου αιτιολογικού παράγοντα. 
Αύξηση της συγκέντρωσης ουρικού στο πλάσμα μπορεί να προκύψει από μειωμένη απέκκρισή του από τους νεφρούς. Το ουρικό οξύ διηθείται ελεύθερα στο σπείραμα, στη συνέχεια επαναρροφάται πλήρως, απεκκρίνεται και επαναρροφάται εκ νέου. Τελικά αποβάλλεται περίπου το 10% του διηθούμενου ουρικού οξέος. Οι σωληναριακές διαδικασίες μεταφοράς του ουρικού συμβαίνουν σχεδόν αποκλειστικά στο εγγύς εσπειραμένο σωληνάριο. Καταστάσεις που αυξάνουν την επαναρρόφηση νατρίου και ύδατος από το εγγύς (π.χ. υποογκαιμία- προνεφρική αζωθαιμία) αυξάνουν την επαναρρόφηση ουρικού μειώνοντας τη νεφρική κάθαρσή του. Επίσης η παρουσία οργανικών ανιόντων όπως το γαλακτικό και τα κετονοξέα μειώνουν την απέκκρισή του. Αντίθετα η προβενασίδη αυξάνει τη νεφρική κάθαρση του ουρικού, μειώνοντας την επαναρρόφησή του. 
Στη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια μειώνεται η απέκκριση ουρικού οξέος, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως δεν παρατηρείται σημαντική υπερουριχαιμία (>10 mg/dl), λόγω παράλληλης αύξησης της απέκκρισης από το γαστρεντερικό, εκτός αν συνυπάρχει αυξημένη διαιτητική πρόσληψη. Υπάρχουν όμως ορισμένα αίτια χρόνιας νεφρικής ανεπάρκειας που συνοδεύονται από δυσανάλογα αυξημένες τιμές ουρικού πλάσματος και τέτοιες είναι ορισμένες διάμεσες νεφροπάθειες (νεφροπάθεια από αναλγητικά, πολυκυστική νόσος νεφρών, νεφροπάθεια από μόλυβδο, αποφρακτική νεφροπάθεια). Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια συνδέεται με υπερουριχαιμία, ιδίως σε περιπτώσεις ραβδομυόλυσης (απελευθέρωση από τα κατεστραμμένα κύτταρα) ή προνεφρικής αιτιολογίας ΟΝΑ. Τέλος υπερουριχαιμία λόγω μειωμένης νεφρικής απέκκρισης παρατηρείται και χωρίς εμφανή νεφρική νόσο (ιδιοπαθής).

Πώς γίνεται η διάγνωση της ουρικής αρθρίτιδας;

Διάγνωση ουρικής αρθρίτιδας γίνεται όταν εντοπίζονται κρύσταλλοι ουρικού οξέος στο υγρό που λαμβάνεται από την άρθρωσή σας. Ο γιατρός μπορεί να εξετάσει τα ούρα  για να δει αν το σώμα αποβάλλει περιττές ποσότητες ουρικού οξέος. Τα επίπεδα ουρικού οξέος μπορούν επίσης να μετρηθούν με εξετάσεις αίματος, ωστόσο αυτές δεν είναι πάντα ακριβείς. Τα επίπεδα ουρικού οξέος μπορεί να είναι φυσιολογικά ή ακόμα και μειωμένα κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου ουρικής αρθρίτιδας. Οι εξετάσεις αίματος είναι πιο χρήσιμες για να αποκλειστούν άλλα είδη λοιμώξεων της άρθρωσης ή αρθρίτιδας. Οι ακτινογραφίες είναι συχνά φυσιολογικές στα πρώτα στάδια της ουρικής αρθρίτιδας, επομένως δεν είναι πολύ χρήσιμες για τη διάγνωσή της. Ο γιατρός θα εκτιμήσει:
  • Τα κλινικά χαρακτηριστικά και το ιστορικό.
  • Ενδεχομένως αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων.
  • Η εντυπωσιακή και εντός 24 ωρών, ανταπόκριση στη χορήγηση κολχικίνης (1 mgr κάθε ώρα, μέχρι 6 mgr το 24ωρο).
Διαφορική διάγνωση
Ο προσδιορισμός του ουρικού οξέος στα ούρα του 24ώρου, θα δείξει αν η υπερουριχαιμία του ασθενούς οφείλεται σε αυξημένη παραγωγή ή σε ελαττωμένη αποβολή του. Η μέτρηση δεν πρέπει να γίνεται στη φάση της οξείας προσβολής.
Οι απλές ακτινογραφίες, εμφανίζουν παθολογικά ευρήματα, συνήθως στις χρόνιες μορφές.

Τι μπορείτε να κάνετε κατά τη διάρκεια ενός επεισοδίου ουρικής αρθρίτιδας;

Θα πρέπει να δείτε το γιατρό σας όταν παρουσιαστεί το πρώτο επεισόδιο ουρικής αρθρίτιδας. Ο γιατρός σας θα συστήσει ορισμένα φάρμακα για να μειωθεί ο πόνος και η φλεγμονή που προκαλούνται από ουρική αρθρίτιδα, συμπεριλαμβάνοντας: 
  • • μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα 
  • • ενέσεις ή χάπια κορτικοστεροειδών 
  • • κολχικίνη 
  • • τα στεροειδή στην αρχική αντιμετώπιση και 
  • • η αλλοπουρινόλη στην πρόληψη.


Πάντα να ενημερώνετε το γιατρό ή το φαρμακοποιό σας πριν αρχίσετε να παίρνετε οποιαδήποτε φάρμακα. Μπορεί επίσης να χρειαστεί να προστατεύετε την άρθρωση που έχει προσβληθεί. Για παράδειγμα, αν έχει προσβληθεί το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σας, ίσως χρειαστεί να περιορίσετε το περπάτημα και να δημιουργήσετε μια υποδοχή στο κρεβάτι για να μην αγγίζουν τα πόδια σας τα σεντόνια όταν είστε στο κρεβάτι.

Μπορεί να προληφθεί η ουρική αρθρίτιδα; 

Τα καλά νέα είναι ότι η ουρική αρθρίτιδα μπορεί να προληφθεί. Μιλήστε στο γιατρό σας σχετικά με τους τρόπους πρόληψης της ουρικής αρθρίτιδας, που περιλαμβάνουν: 
  • Φάρμακα: Υπάρχουν φάρμακα που μπορεί να μειώσουν τα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα σας. Αυτά τα φάρμακα χρειάζεται να λαμβάνονται κάθε μέρα, είτε είχατε επεισόδιο είτε όχι. Είναι σημαντικό να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι άτομα που έχουν υπερουριχαιμία, δηλ. αυξημένα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα, χωρίς προσβολές οξείας αρθρίτιδας δεν χρειάζεται να παίρνουν φάρμακα για τη μείωση του ουρικού οξέος, διότι ένα πολύ μικρό ποσοστό αυτών των ατόμων, που δεν υπερβαίνει το 15%, εμφανίζουν τελικά και μάλιστα μετά από πολλά χρόνια ουρική αρθρίτιδα. Ωστόσο, είναι αυτονόητο ότι το θεραπευτικό πρόγραμμα, που θα εφαρμοστεί για την αντιμετώπιση της ουρικής αρθρίτιδας και για την πρόληψη τόσο μελλοντικών επεισοδίων οξείας ουρικής αρθρίτιδας όσο και της ανάπτυξης χρόνιας ουρικής αρθρίτιδας σε ένα συγκεκριμένο ασθενή, δηλ. ποια γενικά προληπτικά μέτρα και ποιο φάρμακο ή ποιος συνδυασμός φαρμάκων θα χρησιμοποιηθούν, καθορίζεται από το θεράποντα γιατρό
  • Αλκοόλ: Περιορίστε την ποσότητα αλκοόλ που πίνετε γενικά και αποφεύγετε να πίνετε πολύ αλκοόλ κάθε φορά. 
  • Απώλεια βάρους: Αν είστε υπέρβαρο άτομο, πρέπει να χάσετε βάρος σταδιακά. Βεβαιωθείτε ότι η διατροφή σας είναι υγιεινή επειδή οι «αυστηρές» δίαιτες ή δίαιτες «ασιτίας» μπορεί πράγματι να αυξήσουν τα επίπεδα ουρικού οξέος. Δείτε ένα διαιτολόγο για συμβουλές.
  • Αλλαγές στη διατροφή: Πιστεύεται ότι ορισμένες τροφές μπορεί να προκαλέσουν επεισόδια ουρικής αρθρίτιδας. Αυτές οι τροφές τείνουν να περιέχουν υψηλά επίπεδα πουρίνης. Ωστόσο, θεωρείται ότι δεν προκαλούν ουρική αρθρίτιδα όλες οι τροφές που είναι πλούσιες σε πουρίνες. Υπάρχουν επίσης ελάχιστες επιστημονικές αποδείξεις ότι αν αποφεύγετε τροφές που είναι πλούσιες σε πουρίνες μπορείτε να μειώσετε επιτυχώς τα επεισόδια ουρικής αρθρίτιδας.  Πουρίνες υπάρχουν σε πολλά τρόφιμα, ιδίως στα κρέατα, τις αντζούγιες, τις ρέγκες, τα σπαράγγια και τα μανιτάρια.  Οι τελευταίες μελέτες δείχνουν ότι η κατανάλωση φρουκτόζης (αναψυκτικών) συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα ουρικού οξέος στο αίμα.
  • Συνιστάται η αποφυγή κρέατος και παραγώγων κρέατος, ο περιορισμός της κατανάλωσης πουλερικών και θαλασσινών και προτίμηση σε άλλες πηγές πρωτεΐνης (όπως τα γαλακτοκομικά με λίγα λιπαρά, το τόφου, οι ξηροί καρποί, τα όσπρια κ.λπ.). Το αλκοόλ πρέπει να αποφεύγεται (ή έστω να μην υπερβαίνει το ένα ποτηράκι την ημέρα), το ίδιο και τα αναψυκτικά με ζάχαρη. Οι χυμοί κερασιών και άλλων φρούτων με σκούρο χρώμα (όπως τα κόκκινα σταφύλια και τα μούρα) μπορεί να είναι προστατευτικοί και να μειώνουν τον κίνδυνο νέων κρίσεων. Τα βατόμουρα μάλλον περιέχουν κάποια ουσία που βοηθά στη μείωση του ουρικού στο αίμα και στη μείωση της φλεγμονής. Το ίδιο κάνουν και τα κεράσια (25 γραμμάρια κερασιών/ημέρα είναι η κατάλληλη δόση), για παρεμπόδιση εμφάνισης ουρικής αρθρίτιδας.
  • Πολύ βοηθάει η κατανάλωση άφθονου νερού (συνιστώνται 1-2 λίτρα νερό την ημέρα, συν 1-2 λίτρα από άλλα υγρά). Η καφεΐνη πρέπει να αποφεύγεται απ’ αυτούς που έχουν υψηλό ουρικό οξύ στο αίμα και ουρική αρθρίτιδα, διότι έχοντας αυτή διουρητική δράση επιτείνει την υπερουριχαιμία.
  • Η βιταμίνη C (κατανάλωση πολλών πορτοκαλιών) βοηθά τους νεφρούς να αποβάλλουν μεγαλύτερες ποσότητες ουρικού οξέος στα ούρα. Δόση 1-2 γραμμαρίων βιταμίνης C την ημέρα, μπορεί να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο.Η νιασίνη (βιταμίνη Β3) ή νικοτινικό οξύ αυξάνει τα επίπεδα του ουρικού και γι’ αυτό πρέπει να την αποφεύγουν όσοι έχουν υπερουριχαιμία.
Διαβάστε επίσης

Αρχική ανάρτηση: 26 Μαρτίου 2013 | Τελευταία επικαιροποίηση: 1 Σεπτεμβρίου 2026 | SEO επικαιροποίηση: 3 Σεπτεμβρίου 2026

Copyright © 2015-2026 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων